13 Οκτωβρίου 2016

"Μόνος" στο Σπίτι.


    Ήταν κι άλλοι εκεί.. Ήταν ο Άλφα, ήταν ο Μι. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι, ποτέ δεν τους θυμάμαι εξάλλου. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλον σ' ένα παγκάκι κάπου έξω. Για την ακρίβεια καθόντουσαν στην πλάτη οι τρεις έχοντας τα πόδια τους στο κάθισμα και ο τέταρτος, ίσως κι ο πέμπτος, ήταν ο ένας όρθιος και ο άλλος καθιστός κανονικά στη γωνίτσα, με όσο χώρο του αφήνανε φυσικά.. Μέρα μεσημέρι, μιλούσαν μεταξύ τους και αράζανε, εγώ τους βρήκα τυχαία περνώντας από 'κει. Ήμασταν κάπου κοντά στο σπίτι μου, Θεσσαλονίκη. Δεν έμαθα ποτέ πως βρέθηκαν αυτοί στη γειτονιά, μάλλον ο Άλφα... Σε κάποια φάση οι δύο γνωστοί μου σηκώθηκαν να ξεπιαστούν και κάναν μια περιστροφή γύρω απ' το παγκάκι.. Ο Μι είχε στην αγκαλιά του και λίγο σφηνωμένη μέσα στην μισάνοιχτη, φαρδιά ζακέτα του, μια μπάλα μπάσκετ. Την είχα δει από ώρα, αλλά δε σχολιάστηκε.. Μόλις σηκώθηκαν η μπάλα έπεσε και άρχισε ν' αναπηδά σ' ευθεία, δεξιά όπως κοιτούσα εγώ το παγκάκι, οδεύοντας προς το δρόμο. Το σκάσιμο της μπάλας στο έδαφος δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε και τα επόμενα αναπηδήματα. Ο Μι είχε κιόλας γυρίσει το κεφάλι του όταν η μπάλα ξεκίνησε να πέφτει, δεν κατάλαβε τίποτα. Κανείς άλλος δε συγκινήθηκε να τη φέρει πίσω, όλοι συνέχισαν να μιλάνε μεταξύ τους άνετοι και ωραίοι. Εγώ την ακολούθησα ψύχραιμος περπατώντας, δεν είπα τίποτα. Φτάνοντας προς το δρόμο έκανα μερικά ταχύτερα βήματα συνειδητοποιώντας πως τελικά δεν την προλάβαινα με απλό περπάτημα. Σύντομα η μπάλα άγγιξε την απαγορευμένη ζώνη. Μ' ένα απότομο τέντωμα το πόδι μου βρέθηκε πάνω της ακινητοποιώντας τη πριν συμβεί το οτιδήποτε. Πάλι δεν ακούστηκε ήχος. Την πήρα στα χέρια μου και κατευθύνθηκα πίσω στο παγκάκι. Τα παιδιά καθόντουσαν και πάλι, σαν να μην πέρασε λεπτό. "Σου έπεσε η μπάλα ρε, χαμπάρι δεν πήρες", είπα στον Μι αστειευόμενος και του την έδωσα.. "Ωχ", απάντησε και άρχισε να γελάει μ' εκείνο το χαρακτηριστικό του γέλιο. Μιλήσαμε για λίγο ακόμα.. Δε θυμάμαι τι λέγαμε, τα κλασικά, τυπικά λογικά.. Θα τα πούμε, θα μιλήσουμε, τα λέμε, τα λέγαμε, γεια..
    Λίγο μετά βρισκόμουν κιόλας στο σπίτι, κοιμόμουν, μάλλον είχε νυχτώσει πια.. Η νύχτα κράτησε ένα δευτερόλεπτο, αν όχι μερικά κλάσματα.. Όταν ένιωσα τον εαυτό μου να ξυπνάει ήταν σαν εκείνες τις μέρες που ξυπνάς, αλλά δε θέλεις να σηκωθείς ακόμα και ψιλο-χουζουρεύεις για λίγο
(ή πολύ) παίζοντας τον κοιμισμένο.. Χρονικά, ήταν όλα τοποθετημένα στο άμεσο παρόν, στο σήμερα. Καλοκαίρι δηλαδή, οι δυο πιο ελεύθεροι μήνες του χρόνου. Όλοι αλλού και εγώ μόνος να κρατάω το σπίτι και να κάνω ό,τι θέλω. Ανά κάποιες μέρες βέβαια, έρχονται και οι θείες μου, πότε η μία, πότε η άλλη, κάνουν καμιά δουλειά και έπειτα φεύγουν πάλι...
    Έμεινα ξαπλωμένος, ακίνητος με κλειστά τα μάτια, δίνοντας χρόνο στον εγκέφαλό μου να μπει με την άνεση του σε κανονική λειτουργία, όποτε αυτός θα ένιωθε έτοιμος.. Ήμουν ανάσκελα, όταν σε κάποια φάση προσπαθώντας να γυρίσω συνειδητοποίησα την ακριβής στάση μου. Το ένα μου πόδι ήταν τεντωμένο ίσια, ενώ το άλλο ήταν μαζεμένο οριζόντια
(όπως κάνουν οι μπαλαρίνες) και τα χέρια μου ήταν κατακόρυφα στον αέρα, ενωμένα στους καρπούς, με τις παλάμες και τα δάχτυλα να κρέμονται ελεύθερα αριστερά και δεξιά, σαν να ήμουν τελείως χαλαρός σε κατάσταση αδράνειας. Πράγματι, δεν ένιωθα να σφίγγομαι σε κανένα σημείο, εξάλλου προερχόμουν από ύπνο! Κάτι περίεργο συνέβαινε. Προσπάθησα και πάλι να γυρίσω στο πλάι, απ' την άλλη μεριά αυτή τη φορά. Μάταια, κάτι με ακινητοποιούσε, σαν να με έσπρωχνε.. Ταράχτηκα και πλέον ξύπνησα απότομα. Αμέσως προσπάθησα να κατεβάσω τα χέρια μου, να κουνήσω τα πόδια μου. Τίποτα. Δεν μπορούσα ούτε τα μάτια μου να ελέγξω για να τ' ανοίξω. Μετά από λίγο, ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, κατάφερα να πάρω και πάλι τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μου. Σηκώθηκα πάνω αρκετά ανήσυχος και αμέσως πήγα προς τα δωμάτια, κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού να δω μήπως είναι κανείς εκεί. Το σπίτι είναι μεγάλο, πάνω από 100 τετραγωνικά και γενικά είναι έτσι, ώστε μπορείς να έχεις διπλή πρόσβαση σε κάθε ένα απ' τους δύο βασικούς χώρους, με αποτέλεσμα να μπορείς άνετα να κάνεις φαύλους κύκλους ασταμάτητα. Τις πόρτες φυσικά σε όλους τους χώρους τις αφήνω πάντα ανοιχτές τέτοια εποχή, οπότε πήγα να κάνω μια αναγνωριστική γύρα ανιχνεύοντας απ' έξω απ' έξω το κάθε μέρος. Ξεκινώντας λοιπόν απ' το καθιστικό, πέρασα από κάθε σημείο κάνοντας τον κύκλο και φτάνοντας τελικά στην κουζινο-τραπεζαρία (δίπλα απ' το καθιστικό), όπου συνάντησα το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν στο σπίτι. Ήταν ο Κάπα, ένας παλιός φίλος, ο οποίος ήταν στημένος λες και ετοιμαζόταν για συναυλία. Είχε συνδέσει την ηλεκτρική κιθάρα σ' ένα ενισχυτή και τον πέτυχα ακριβώς πάνω στη στιγμή στην οποία προσπαθούσε ν' ανέβει πάνω σ' ένα επιπλάκι -στο οποίο κανονικά έπρεπε να υπάρχει η τηλεόραση- για να παίξει εκεί. Με το που με είδε σταμάτησε τις προσπάθειες και με πλησίασε αφήνοντας το όργανο. Αμέσως τον αγκάλιασα και εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια στιγμιαία ανακούφιση, μιας και πλέον ήξερα ότι υπήρχε και δεύτερο άτομο στο χώρο. Δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο που βρισκόταν εκεί -αν και θα 'πρεπε- και μιλήσαμε κανονικά λες και ήταν αναμενόμενο το ότι θα ήταν και αυτός στο σπίτι εκείνη τη μέρα-στιγμή. Χαιρετηθήκαμε για καλημέρα και αμέσως ξεκίνησα να του λέω για το περίεργο πράγμα που μου είχε συμβεί προ ολίγου. "...τα χέρια μου ήταν έτσι στημένα κάθετα προς τα πάνω", του είπα και με διέκοψε απαντώντας: "Ναι ρε φίλε, το είδα κι εγώ. Ήσουν σαν δεμένος, λες και κάποιος σου είχε δέσει τα χέρια με σχοινί απ' το ταβάνι". "Το είδες και εσύ!?", ξεφώνισα αυθόρμητα καθησυχάζοντας τον εαυτό μου, μιας και πλέον γνώριζα πως δεν ήμουν ο μόνος ο οποίος το έζησε. "Ναι, το είδα και είπα σε κάποια φάση να 'ρθω να σε ξυπνήσω, αλλά παραμιλούσες κιόλας οπότε σκέφτηκα να σ' αφήσω να δεις το όνειρο και να ξυπνήσεις μόνος σου όταν είναι", συνέχισε. Ενώ απ' τη μία είχα αρχίσει να ηρεμώ, γιατί είχα παρέα σ' όλο αυτό, απ' την άλλη σκεφτόμουν πως εφόσον δεν ήμουν εγώ ο τρελός, μάλλον όντως κάτι δεν πήγαινε καλά και ίσως να ήταν και επικίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή άρχισα ν' ακούω ήχους απ' το υπνοδωμάτιο των παππούδων μου, λες και κάποιος ήταν εκεί. Πλησίασα αργά και επιφυλακτικά και όσο κόντευα το άκουγα όλο και πιο ξεκάθαρα. Ήταν η φωνή της γιαγιάς μου και έλεγε συνεχόμενες ασυναρτησίες, οι οποίες ήταν ανάμεικτες με κάτι σαν γριλίσματα και ήχους περίεργους λες και ήθελε να φτύσει τριχόμπαλα. Φτάνοντας στο σημείο όπου πλέον μπορούσα να δω μέσ' στο δωμάτιο άρχισα να ψάχνω τη φιγούρα της γιαγιάς μου την οποία δεν είδα ποτέ. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν στημένη σε καμιά γωνιά και κόντεψα κι άλλο. Ξαφνικά, όταν πλησίασα αρκετά, η συρόμενη πόρτα του δωματίου άρχισε να κλείνει από μόνη της και σε σχετικά γρήγορους ρυθμούς. Μέχρι να φτάσω απ' έξω είχε ήδη κλείσει τελείως. Τη φωνή συνέχισα να την ακούω, καμία αλλαγή. Τότε θυμήθηκα πως ίσως η γιαγιά μου να είχε αρρωστήσει λόγο ηλικίας και να είχε αρχίσει να τα χάνει φτάνοντας σε τέτοια σημεία. Δεν ξέρω από που μου προέκυψε μια τέτοια σκέψη, μάλλον θα ήταν η ανάγκη μου να καλύψω με φυσιολογικές αιτιολογίες τα αφύσικα γεγονότα.. Προσπάθησα ν' ανοίξω την πόρτα βάζοντας αρκετή δύναμη, αλλά πάλι κάτι δε μ' άφηνε, κάτι ήταν δυνατότερο.. Τρόμαξα. Έκανα πίσω. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά από μερικούς περίεργους θορύβους, άρχισε σιγά σιγά ν' ανοίγει από μόνη της.. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έτρεξα πίσω στην κουζινο-τραπεζαρία να βρω τον Κάπα για βοήθεια και συμπαράσταση, σαν κλαμένο παιδάκι που αδικημένο τρέχει πίσω στη μαμά του για να τον λυτρώσει ως δια μαγείας απ' το πρόβλημά του. Εκείνος με περίμενε και πλησιάζοντας πήγε να μ' αγκαλιάσει για μία ακόμη φορά, μόνο που τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει.. Με ρώτησε τι συνέβη έχοντας ταυτόχρονα ένα ειρωνικό χαμογελάκι στα χείλη του, πράγμα το οποίο άρχισε να μου δημιουργεί υποψίες.. Την ίδια στιγμή παρατήρησα και το πόσο ψύχραιμος ήταν απέναντι σ' όλο αυτό, λες και ήδη γνώριζε... Γνώριζε. Τραβήχτηκα πίσω προσπαθώντας να παραστήσω τον ανήξερο και αμέσως του είπα για τους θορύβους στο δωμάτιο, παροτρύνοντάς τον να πάει κι αυτός να κοιτάξει, ώστε να απομακρυνθώ το συντομότερο από κοντά του.
    Η πόρτα είχε πια ανοίξει τελείως και από μέσα βγήκε η γιαγιά μου, ήρεμη και φυσιολογική, μαζί όμως με μία ακόμη γιαγιά. Αυτή, ήταν στα ίδια κυβικά με τη δική μου. Κοντούλα, χοντρούλα και με μπόλικο, γκρίζο, μπλεγμένο μαλλί, πιασμένο πίσω χαλαρά μ' ένα λαστιχάκι, χωρίς κάτι άλλο ιδιαίτερο πάνω της. Το μόνο ίσως αξιοπερίεργο ήταν το ότι ήταν αρκετά άσχημη με πολύ ψυχρό, ίσως και κακόβουλο βλέμμα. Το πρόσωπό της ήταν έντονα τετραγωνισμένο με πολλές γωνίες, το δέρμα της σε αρκετά σημεία, όπως το κούτελο και τα μάγουλα, αφύσικα τεντωμένο για γιαγιά, το στόμα της κάθε άλλο παρά χαμογελαστό, η μύτη της μεγάλη με ελαφριά κλίση προς τα κάτω και τέλος τα μάτια της ήταν υπερβολικά κοντά το ένα στο άλλο, λες και είχαν την τάση να ενωθούν μα τα σταμάτησε η μύτη. Τελικά αποφάσισα για κάποιο λόγο να τους κοντέψω κι εγώ.. Ήθελα να μάθω.. Βρεθήκαμε όλοι στο χολ, ακριβώς έξω απ' την είσοδο του υπνοδωματίου απ' όπου βγήκαν.. Η γιαγιά μου ήταν πολύ ήρεμη και στα χαμένα, ενώ ο Κάπα ήταν χαλαρός, αλλά στον κόσμο του.. Η άλλη γιαγιά πάλι, φερόταν κάπως περίεργα. Έκανε πολύ μικρά βήματα, μια αριστερά μια δεξιά και κοιτούσε το χώρο, χωρίς όμως να ψάχνει για κάτι συγκεκριμένο. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε που βρισκόταν και γιατί, σαν μην ήταν πραγματικά εκεί.
"Γιαγιά είσαι εντάξει, όλα καλά?", ρώτησα τη γιαγιά μου προσπαθώντας να την κοιτάξω, ενώ αυτή απέφευγε το βλέμμα μου χαρακτηριστικά. "Ναι, ναι αγόρι μου μια χαρά", μου απάντησε, μα δε με έπεισε. "Σίγουρα είσαι εντάξει? Και τι ήταν αυτό που ακουγόταν πριν απ' το δωμάτιο?", τη ρώτησα και επακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις που τελικά έμειναν αναπάντητες.. Δεν έλεγε τίποτα, ήταν τόσο ήρεμη, ξένοιαστη και απαθής που νόμιζες πως είχε παραλύσει ο εγκέφαλός της.. Μαζί με το φόβο μου είχα πλέον αρχίσει να νευριάζω κιόλας.. "Και ποια είναι αυτή η γιαγιά που είναι μαζί σου?", συνέχισα να ρωτάω υψώνοντας και λίγο τη φωνή μου.. Κάτι μέσα μου μου έλεγε πως αυτή ήταν ο καρκίνος της υπόθεσης. Αυτό που ήταν μέσα της ήταν αυτή η αόρατη δύναμη που έλεγξε το σώμα μου ξυπνώντας, και ίσως το φίλο και τη γιαγιά μου.. "Ποια είσαι εσύ? Τι θέλεις εδώ?", τη ρώτησα ευθέως. Δεν απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει αόριστα γύρω της λες και δε με άκουσε καν. "Να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα, δεν έχεις καμία δουλειά εδώ", της φώναξα ακόμη πιο δυνατά αυτή τη φορά. Εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε να κινείται και στρίβοντας αργά μόνο το κεφάλι της μου έδωσε ένα ψυχρό και ανατριχιαστικό βλέμμα απ' το μισό μέτρο, χωρίς να πει λέξη. Οι κόρες της ήταν κατάμαυρες, δεν είχαν χρώμα, ούτε κάποια γυαλάδα αντικατοπτρισμού, όπως ένα κανονικό μάτι. Ήταν σαν ψεύτικα. Ήταν σαν να μη με κοίταζε καν, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί, ή σαν να μην ήμουν εγώ εκεί γι' αυτήν. Πραγματικά μου είναι δύσκολο να εξηγήσω την αίσθηση που εξέλαβα αντικρίζοντας ένα τέτοιο πρόσωπο κατάματα.. Κατόπιν γύρισε πάλι το κεφάλι της στη ευθεία και συνέχισε να κάνει ό,τι έκανε και πριν. Η στάση της με φόβιζε όλο και περισσότερο και η αντίδρασή μου στο φόβο ήταν τα νεύρα και οι φωνές.. Σε λίγο είχα αρχίσει να της φωνάζω απειλητικά και να την σπρώχνω στο διάδρομο. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην ένιωθε τίποτα. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα την έσπρωχνα όλο και πιο δυνατά, ώσπου σε κάποια φάση την έριξα κάτω. Απ' το φόβο μου άρχισα να τη βρίζω και να την κλωτσάω. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην πονούσε, σαν να μην της έκανα τίποτα απολύτως. Προσπαθούσε με τις αργές της κινήσεις να σηκωθεί, αλλά μάταια. Δε την άφησα ούτε λεπτό. Η γιαγιά μου και ο Κάπα δεν είπαν τίποτα, δεν έκαναν τίποτα. Ένιωθα την παρουσία τους εκεί δίπλα καθ' όλη τη διάρκεια της σκηνής, αλλά δεν τους έδωσα άλλη σημασία. Αφού κι αυτοί..δεν ήταν πραγματικά εκεί, ήμουν μόνος μου. Ή σχεδόν μόνος.
    Σε κάποια φάση συνειδητοποίησα την αδυναμία μου, βλέποντας πως αυτό που κάνω δεν είχε κανένα νόημα και σταμάτησα. Προσπάθησα να τρέξω και πάλι προς την κουζινο-τραπεζαρία χωρίς να κοιτάξω πίσω μου, όταν σύντομα διαπίστωσα πως το σώμα μου είχε αρχίσει να παραλύει σιγά σιγά.. Με το ζόρι κινούσα τα πόδια μου, το στόμα μου.. Φτάνοντας εκεί έστριψα για το καθιστικό, πηγαίνοντας ίσια στο κρεβάτι που κοιμάμαι.. Ανέβηκα στο κρεβάτι και καθόμουν κουλουριασμένος στο κέντρο του, μη ξέροντας τι να κάνω και τι να περιμένω.. Κοιτάζοντας στο βάθος το χολ δεν έβλεπα κανέναν. Οι θόρυβοι είχαν σταματήσει, οι ανύπαρκτες φιγούρες είχαν εξαφανιστεί.
"Φύγε από εδώ! Άφησέ με ήσυχο!", άρχισα να φωνάζω κάνοντας σαν τρελός.. Κάθε λέξη που προσπαθούσα να πω έβγαινε όλο και δυσκολότερα απ' τα χείλη μου.. "Τι θέλεις από μένα!?", συνέχισα χωρίς να περιμένω απαραίτητα απάντηση.. Ξαφνικά θυμήθηκα τα εικονίσματα στον τοίχο πάνω απ' το κρεβάτι και σήκωσα απότομα το κεφάλι μου. Ο τοίχος ήταν γεμάτος, είχε πολύ περισσότερα απ' ό,τι στην πραγματικότητα, αλλά δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο τότε μπροστά σ' όλα αυτά που (νόμιζα ότι) ζούσα.. Αμέσως, άρπαξα με το αριστερό μου χέρι ένα σταυρό ίσα με την παλάμη μου και τον κρατούσα σφιχτά σαν προστατευτικό στο στήθος μου, ενώ με το άλλο έκανα τρεις φορές το σταυρό μου ψιθυρίζοντας τη χαρακτηριστική φράση.. Μετά από λίγο ηρέμησα στιγμιαία, νιώθοντας πως αυτό το κάτι είχε εξαφανιστεί.. Δυστυχώς, η εντύπωση κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα.. Μια περίεργη δύναμη άρχισε πάλι να με πιέζει στο σβέρκο, στα πλευρά, στα πόδια και στα χέρια, δημιουργώντας μου ένα συνεχόμενο ρίγος, ταυτόχρονα μ' αυτήν τη σταδιακά αυξανόμενη παράλυση που είχα και νωρίτερα.. Ο τρόμος και η σύγχυση με κυρίευσαν και πάλι. Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι και άρχισα και πάλι να κάνω άτακτες σβούρες μέσ' στο σπίτι φωνάζοντας: "Φύγε από εδώ! Φύγε έξω, άφησέ με ήσυχο!".. Καθώς περνούσα έξω από κάθε δωμάτιο κοίταζα επιφυλακτικά και φοβισμένα μέσα μήπως δω τίποτα.. Δεν ήθελα να δω στην πραγματικότητα.
    Έκανα τον κύκλο και έφτασα ξανά στην κουζινο-τραπεζαρία, αυτή τη φορά παίρνοντας το σταθερό τηλέφωνο στα χέρια μου. Το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την ώρα ήταν να πάρω τις θείες μου τηλέφωνο να δω αν θα περνούσαν καθόλου από το σπίτι.. Στάθηκα απ' την πίσω μεριά του τραπεζιού με θέα τα μέσα δωμάτια, το καθιστικό και το διάδρομο για το χολ και πίσω μου είχα το μπαλκόνι. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι η μία δε θα ερχόταν, έτσι ήξερα.. Θα πάρω την άλλη, σκέφτηκα. Ξαπλώθηκα πάνω στο τραπέζι απ' την κοιλιά και πάνω στηριζόμενος στους αγκώνες μου και αμέσως άρχισα να ψάχνω τον αριθμό της στις επαφές του κινητού μου. Είχα ξεκάθαρη την εικόνα στο μυαλό μου, στην οποία υποτίθεται νωρίτερα κάποια απ' τις προηγούμενες μέρες είχα αντικρίσει το νούμερο της ψαχουλεύοντας τις κλήσεις, ή τις επαφές.. Εκείνη την ώρα, πάνω στην ησυχία που επικρατούσε τα τελευταία λεπτά, άκουσα και στη συνέχεια είδα την πόρτα του δωματίου μου να κλείνει αργά αργά από μόνη της. Για μια στιγμή αποσυντονίστηκα ανατριχιάζοντας, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και πολύ γρήγορα επέστρεψα στο τηλέφωνο.. Παραδόξως, βρίσκοντας το νούμερο που θυμόμουν για δικό της, διαπίστωσα πως είχε άλλο όνομα..
"Μαθέρα", αντί για "Μαρία".. Μπλόκαρα. Και τώρα?.. Πλέον δεν ήξερα ποιο θα μπορούσε να είναι το σωστό νούμερο, ποιανού ήταν το συγκεκριμένο νούμερο, ή ποιον άλλο τέλος πάντων θα μπορούσα να πάρω εκείνη τη στιγμή για να βοηθήσει..
    Πάνω στην απορία μου είδα ξαφνικά τον παππού μου να μπαίνει στο σπίτι με αργά βήματα, κουτσαίνοντας και λίγο όπως πάντα, από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας μπροστά δεξιά μου.. Περπατούσε ευθεία, θα πήγαινε προς τα μέσα δωμάτια μάλλον, δεν ερχόταν κατά πάνω μου.. Παρ' όλα αυτά, δε μου πέρασε ούτε στιγμή απ' το μυαλό η ιδέα πως ίσως όντως να ήταν ο παππούς μου. Ήξερα καλά ποιος και τι ήταν..
"Σήκω φύγε από εδώ, σήκω φύγε, άφησέ με ήσυχο!", του φώναξα βάζοντας ταυτόχρονα το σταυρό που κρατούσα μπροστά στο πρόσωπό μου.. Δε μου έδωσε σημασία. Σαν να μη με άκουγε, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί. Συνέχισα να φωνάζω κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω. Η φωνή μου έβγαινε όλο και πιο δύσκολα, η παράλυση είχε αρχίσει να με εξουθενώνει αισθητά και να κυριεύει όλο μου το σώμα. Φτάνοντας μπροστά στον πάγκο, σταμάτησε και με αργές κινήσεις, όπως πάντα, έκανε ένα βήμα προς τ' αριστερά στρίβοντας ελαφριά του σώμα του και στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι του να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν περίεργο, το βλέμμα του ψυχρό και άψυχο, όπως εκείνης της γιαγιάς (και χειρότερα). Το ένα του μάτι ήταν μαύρο, μελανιασμένο από κάτω, λες και είχε τραυματιστεί σοβαρά νωρίτερα από μπουνιά ή κάτι τέτοιο. Το άλλο, ήταν μαύρο, κατάμαυρο στην κόρη, σαν να μην υπήρχε κόρη, σαν να ήταν απλά μια μαύρη τρύπα χωρίς αρχή και τέλος.. Το στόμα του ήταν ελαφρώς ανοιχτό, ακριβώς όπως όταν χαλαρώνεις πλήρως και κρεμάει στον ύπνο σου, λίγο πριν ξεκινήσει να τρέχει το σαλάκι.. Δεν είπε τίποτα, δεν έβγαλε κανένα ήχο. Έμοιαζε να με κοιτάζει με απορία. Στην πραγματικότητα έμοιαζε να μη με κοιτάζει καθόλου, όπως το νεκρό βλέμμα μιας καλοφτιαγμένης μαριονέτας. Το αίμα μου πάγωσε, η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπάει τόσο δυνατά λες και ήθελε να βγει έξω.. Μετά από λίγο ξανα-γύρισε το κεφάλι του συνεχίζοντας τη διαδρομή του. Για ένα λεπτό τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Ησυχία, δεν άκουγα τίποτα. Φοβόμουν να πλησιάσω, είχα κολλήσει την πλάτη μου στην μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος.. Πριν προλάβω ν' αντιδράσω, τον είδα να επιστρέφει και πάλι, αυτή τη φορά στοχεύοντας το συρτάρι με τα μαχαιρο-πίρουνα. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο μαχαίρι, σαν αυτά τα λεία και απειλητικά που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι μάγειρες στις κουζίνες τους.. Κατόπιν, πήρε πάνω απ' τον πάγκο ένα μεγάλο μπολ με σαλάτα και κρατώντας τα δύο αυτά άρχισε να πλησιάζει.. Δεν κατάλαβα ακριβώς αν ερχόταν κατά πάνω μου ή πήγαινε προς το τραπέζι, πάντως σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να περιμένω να μάθω.. Χωρίς δεύτερη σκέψη, βγήκα στο μπαλκόνι με σκοπό να πηδήξω κάτω -πρώτος όροφος-. Προσπάθησα να σκαρφαλώσω τα κάγκελα, αλλά πλέον αδυνατούσα, τα πόδια μου δεν υπάκουαν στον επιθυμητό βαθμό.. Ξανα-γύρισα 180 μοίρες και στηρίχτηκα με την πλάτη στα κάγκελα κοιτάζοντας τον παππού.. Πλέον είχε σταματήσει, είχε φτάσει στο τραπέζι, όμως τα αντικείμενα ήταν ακόμη στα χέρια του και το πρόσωπό του ήταν καρφωμένο πάνω μου.. Φέρνοντας ξανά το σταυρό μπροστά στα χείλη -ο οποίος είχε πλέον κολλήσει για τα καλά στο χέρι μου-, προσπάθησα για μία ακόμη φορά αγανακτισμένος, φοβισμένος, αλλά και εκνευρισμένος, να φωνάξω. Όση δύναμη κι αν έβαζα, η φωνή μου δεν έβγαινε πια. Έβγαινε μόνο αέρας μαζί με μια ιδέα ήχου, κάτι σαν κουταβίσιο κλάμα.. "Φύγε", προσπαθούσα μάταια να πω. Το στόμα μου είχε πια στραβώσει απ' την παράλυση, αλλά δεν τα παρατούσα. Έβαζα όλο και πιο πολύ δύναμη, όταν σε κάποια φάση κατάφερα να βγάλω ήχο. Έναν ήχο βραχνιασμένο και εξουθενωμένο απ' την προσπάθεια της υπέρβασης.. Θυμάμαι να φώναξα τρεις φορές και οι λέξεις που βγήκαν απ' το στόμα μου ήταν κάτι ανάμεσα σε "Φύε" και "Φύβε". Η πίεση για να τα καταφέρω ήταν τόσο μεγάλη που τελικά λυτρώθηκα. Τα μάτια μου άνοιξαν και παρότι τα ένιωθα βαριά δεν τ' άφησα να ξανα-κλείσουν.



8/7/16