24 Δεκεμβρίου 2013

Me, Myself or I? (part: 2)

"Είσαι όλοι τους μαζί, τα πάντα γύρω σου. Του καθενός η γνώμη για το άτομό σου είναι τα κομμάτια του παζλ που κρύβεις μέσα σου.", έγραφε χαρακτηριστικά ξεδιπλώνοντας τις σκέψεις του.. Ναι, όμως είσαι μόνο αυτά τα κομμάτια? Το παζλ τείνει να ολοκληρωθεί, ολοκληρώνεται όμως ποτέ?.. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ας καθίσουμε να σκεφτούμε λίγο με τη σειρά τα πράγματα. Είπαμε ξεκινώντας πως "...για τον καθένα είμαι αυτά που του δείχνω..." καταλήγοντας τελικά στο ότι η απάντηση για το "εσύ" κρύβεται μάλλον στη γνώμη του καθενός για το άτομό σου. Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να είναι αρκετά πιο σύνθετη...
Η όλη αυτή σκέψη για να δίνει ολοκληρωμένο και αντικειμενικό αποτέλεσμα προϋποθέτει τη γνώση του εαυτού σου εξ αρχής. Και αυτό γιατί, η γνώμη του καθενός, όπως είπαμε, είναι ένα απ' όλα εκείνα τα κομμάτια, όμως το αυθεντικό παζλ είναι αυτό που έχει όλα του τα κομμάτια στη θέση τους. Κατά συνέπεια, πρέπει στους ανθρώπους εκεί έξω, λίγο στον έναν λίγο στον άλλο, συνειδητά η ασυνείδητα, να έχεις δώσει/δείξει κάθε σου πλευρά. Και αυτό το "κάθε" θα πρέπει να είναι απόλυτο. Διότι σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε η ανύπαρκτη δυνατότητα να μαζέψουμε όλους αυτούς, όλες τις γνώμες ως προς το πρόσωπό σου προσπαθώντας να βγάλουμε τη γενική-πραγματική εικόνα, θα ήμασταν ψεύτες και ατελείς αν λέγαμε πως είσαι αυτά και μόνο, όταν αυτή η εικόνα δε θα συμπεριλάμβανε όλα (μα όλα) τα μέρη/κομμάτια σου. Για να δείξεις λοιπόν κάθε σου πλευρά θα πρέπει να τις γνωρίζεις, αλλιώς πως μπορείς να ξέρεις και να πεις ότι τις έχεις δείξει όλες? Πάντα θα υπάρχει η πιθανότητα να ισχύει κάτι για τον εαυτό σου που δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα, όχι? Εφόσον λοιπόν οι γνώμες τους προκύπτουν από αυτά που εσύ δείχνεις, αν δε γνωρίζεις ότι τα δείχνεις όλα τότε ταυτόχρονα δε μπορείς να ξέρεις αν αυτές οι γνώμες είναι αρκετές για την αλήθεια του "εσύ".. Και απ' την άλλη αν δε γνωρίζεις όλες αυτές τις γνώμες δε μπορείς να ξέρεις τι δείχνεις, πόσο μάλλον αν τα δείχνεις όλα.. Και το λέω έτσι, διότι το θέμα εδώ γίνεται ακόμη πιο σύνθετο..
Πρόσφατα άκουσα μια φράση σε μια σχετική συζήτηση μ' ένα φίλο, της οποίας τις σκέψεις είχα κάνει και εγώ λίγο καιρό νωρίτερα (αρχές φθινοπώρου), αναθεωρώντας κάποια πράγματα τα οποία τα είχα για χρόνια τοποθετημένα κάπως στο μυαλό μου.. Πάντα υπήρχε το ερώτημα αν είσαι αυτά που σκέφτεσαι η αυτά που κάνεις/δείχνεις. Όλοι μας πιστεύω ερχόμαστε, με τον έναν η τον άλλο τρόπο, κάποια στιγμή στη θέση ν' απαντήσουμε σ' αυτήν την απορία. Τελικά μάλλον εκεί που καταλήγω είναι πως "είσαι αυτό που φαίνεται στα μάτια των άλλων". Το οποίο φυσικά προκύπτει απ' αυτά που κάνεις που με τη σειρά τους προκύπτουν απ' αυτά που σκέφτεσαι, έχοντας όμως μια, ίσως μικρή παρ' όλα αυτά, σημαντική απόκλιση απ' αυτό που τελικά φαίνεται.. Διότι το πως θα εκλάβει ο άλλος κάτι δεν είναι μόνο θέμα του πως εσύ θα το πεις/κάνεις/δείξεις, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με την αντίληψή του, όπως επίσης και με το πόση σημασία σου δίνει ακόμα και αν η αντίληψή του είναι επαρκής.. Και η παγίδα εκεί είναι καμιά φορά επικίνδυνη, γιατί πολλές φορές (αν όχι τις περισσότερες), χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε κάποια συνειδητή σκέψη, νομίζουμε ότι γινόμαστε σαφείς και ότι έχουμε δώσει ακριβώς την εικόνα την οποία θα θέλαμε στον άλλον για το πρόσωπό μας, όμως δυστυχώς δε συμβαίνει πάντα με την ίδια ακρίβεια. Πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται κιόλας όταν καμιά φορά βλέπεις τον ξαφνιασμό και την εντύπωση του άλλου σε πράγματα που κάνεις τα οποία δεν τα περίμενε από σένα, ενώ εσύ θα το θεωρούσες πολύ φυσιολογικό να τα φανταστεί.
Συμπληρωματικά/Πληροφοριακά:
Ο Ι.Καντ επίσης (πολύ σωστά) έλεγε πως δε μπορείς να μιλάς για την αλήθεια ενός πράγματος αν δε γνωρίζεις την αρχή και το τέλος του.. Είναι σαν να βλέπεις ένα μισοτελειωμένο παζλ και να λες "μμ, μέχρι τώρα ωραίο φαίνεται" και τελικά να μαθαίνεις πως στο υπόλοιπο απεικονίζεται κάτι τελείως αποκρουστικό, σιχαμένο ή χυδαίο (ή και όλα μαζί), πράγματα εντελώς έξω απ' τα γούστα σου, που ξαφνικά σου δημιουργούν άλλη άποψη για την αλήθεια του.. Πράγματι λοιπόν, πως μπορείς με σιγουριά να πεις πως σε/τον/την ξέρεις πριν "δεις το τέλος σου/του/της"? Μπορείς μόνο ν' αναρωτιέσαι και ν' αναλύεις το πριν έως το τώρα και αυτά μ' επιφυλάξεις και ερωτηματικά (λόγο των όσων προείπαμε), το μετά είναι στη συνέχεια της "ταινίας" την οποία οφείλεις να δεις πριν (δίκαια) κρίνεις..




??/11/2013

13 Δεκεμβρίου 2013

Usual Sickness (part: 3)

Η ασθένεια της χαζομάρας (και πάλι).
Τι, νομίζατε και εσείς ότι προσβάλει μόνο τους ανθρώπους ε?
Δυστυχώς το πρόβλημα δε σταματάει εκεί..
Ορίστε τ' αγαπημένα μου πιο χαζά σκυλιά του διαδικτύου.



Αντίδοτο?
Ε, είπαμε,
no clue.

1 Δεκεμβρίου 2013

Το Μυστήριο Πίσω απ' το Πέτρινο Τείχος

Είχαμε μπει λαθραία μέσα.. Κρυφτήκαμε ανάμεσα στα κιβώτια και στα τεράστια, μεταλλικά βαρέλια που μόλις είχαν φορτωθεί μέσα σ' ένα παλιό, βρώμικο φορτηγό, έτοιμο για επιβίβαση.. Δε θυμάμαι πως τα καταφέραμε μέχρι εκεί.. Ήταν δυο-τρεις ακόμα μαζί μου, δεν τους ήξερα, ίσως ούτε αυτοί γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, αλλά είχαμε γίνει μια μικρή ομάδα, ελπίζοντας να τα καταφέρουμε όλοι..
Ο προειδοποιητικός ήχος ακούστηκε, η υδραυλική πόρτα σηκώθηκε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί και η τελευταία δεσμίδα φωτός.. Δεν τους έβλεπα πια, τα πάντα γύρω μου είχαν πνιγεί στο μαύρο. Προσπάθησα να κουλουριαστώ για να κρατήσω τη θερμοκρασία της έντασης που σιγά σιγά είχε αρχίσει να μ' εγκαταλείπει.. Ήμουν σίγουρος, ήρεμος πλέον, ξεκινήσαμε,
(ξε)φύγαμε. Σύντομα ήρθε και η επιβεβαίωση με τον εναρκτήριο ήχο του πλοίου.. Ένας ήχος, άλλες φορές τόσο λυπητερός, μα τώρα τόσο ελπιδοφόρος..
Ήταν τόσο άβολα εκεί μέσα, αλλά τελικά κατάφερα να πείσω τον ύπνο να 'ρθει να με πάρει. Πως είναι να κοιμάσαι στον ύπνο σου άραγε
?... Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχαμε φτάσει ήδη. Ξημέρωσε. Ένιωσα λες και είχε περάσει μόνο ένα δευτερόλεπτο.. Ξαφνικά βρισκόμουν σε μια, κάτι σαν αποθήκη, (ίσως παλιό σαλόνι) τετράγωνη και αρκετά μεγάλη, μαζί με όλο το φορτίο, τα κιβώτια κλπ.. Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου πριν πάρω την απόφαση να σηκωθώ. Κούτες παντού, γεμάτες ποιος ξέρει τι, στοιβαγμένες πάνω σε ξύλινες καρέκλες και αναποδογυρισμένα τραπέζια, τυχαία τοποθετημένα στο χώρο. Μια σαλονο-αποθήκη όπου βασίλευε η αταξία! Τα έπιπλα είχαν όλα ένα σκούρο καφέ χρώμα, το ίδιο και το πάτωμα και οι τοίχοι, ίσως και το ταβάνι. Ήταν όλα ασορτί. Και πρέπει να ήταν αρκετά ψηλά το δωμάτιο, γιατί τα παράθυρα είχαν όλα σε πανοραμικό φόντο την ακτή και τη θάλασσα.
Και τότε θυμήθηκα τα άτομα που είχαμε ξεκινήσει μαζί. Που να ήταν άραγε, κατέβηκαν και αυτοί, τα κατάφεραν, δεν είχα ιδέα.. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχε κανείς στο χώρο, ήμουν τελείως μόνος. Σηκώθηκα.
Είχε σίγουρα δύο, ίσως και τρεις πόρτες. Διάλεξα μία και την άνοιξα προσεκτικά.. Κανείς. Ένας επίσης μεγάλος χώρος, ψηλοτάβανος με τα ίδια χρώματα και σχεδόν τα πάντα ξύλινα. Με μόνη διαφορά ότι εδώ το 'βλεπες με την πρώτη ματιά, είχε περάσει γυναικείο χέρι. Όλα στη θέση τους. Μια καθώς πρέπει τραπεζαρία. Δεν έμεινα πολύ, συνέχισα στο επόμενο δωμάτιο επιλέγοντας πάλι μία απ' τις δυο-τρεις πόρτες που υπήρχαν. Τώρα ήμουν σε μια, εξίσου μοναχική, βιβλιοθήκη. Το ίδιο βαρετή, το ίδιο ήσυχη και με πολλές εισόδους-εξόδους όπως και τα προηγούμενα δωμάτια. Αυτήν τη φορά όμως κατευθύνθηκα προς το παράθυρο πριν ασχοληθώ με τις πόρτες.. Το άνοιξα προσεκτικά και πετάχτηκα έξω παρατηρώντας καλά καλά ό,τι μπορούσα να δω από 'κει..
Όντως ήμουν πολύ ψηλά. Τι περίεργο μέρος, σκέφτηκα. Σίγουρα όχι όπως το περίμενα. Όμως δε μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, δεν υπήρχε περιθώριο επιλογής, ούτε είχα χρόνο για χάσιμο. Σε πρώτη φάση έπρεπε ν' αναγνωρίσω το κτήριο.
Έμοιαζε κυκλικό και τεράστιο, κάτι σαν παλιό αρχοντικό, αλλά ιδιαίτερα περιποιημένο. Μετρώντας τα παράθυρα υπολόγισα το λιγότερο
4-5 ορόφους κάτω από μένα και άλλους τόσους από πάνω. Ήταν όλο χτισμένο πάνω -ίσως και μέσα- σε γιγάντια απότομα βράχια, τα οποία ήταν περιτριγυρισμένα από αμμουδιές που, μέσα από πολύχρωμα δέντρα, κατέληγαν στη θάλασσα. Παντού θάλασσα. Τίποτα άλλο στον ορίζοντα. Κανένα ίχνος ανθρώπινης ζωής. Και το νεκρό αυτό τοπίο ερχόταν να επιβεβαιώσει η κυριαρχία μιας τρομακτικής άπνοιας. Λες και ήταν κανένα από 'κείνα τα μικρά, ξεχασμένα απ' τον χάρτη νησάκια, στο κέντρο του Ειρηνικού, που ούτε ο ίδιος ο ωκεανός δεν τα θέλει.. Όμως τίποτα απ' αυτά δεν ήταν τόσο περίεργο και ανεξήγητο όσο οι ήχοι που ξαφνικά ακούστηκαν και προκλητικά διέκοψαν τη μέχρι τότε υπνωτιστική βασιλεία της ησυχίας..
Δε μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς την πηγή τους. Ερχόντουσαν από κάπου όχι και τόσο μακριά, αλλά πουθενά στα πλαίσια του οπτικού μου πεδίου. Ήταν μουγκρητά ζώων και συγκεκριμένα ελεφάντων. Ναι, ελεφάντων. Και δεν ήταν απ' την κούραση ή από κάποιο παιχνίδι του μυαλού, ήμουν σίγουρος ότι τους άκουγα. Ήταν κάπου εκεί έξω..
Η εικόνα δεν ήταν πλήρης. Έπρεπε να βρω τρόπο να δω και απ' την άλλη πλευρά του κτηρίου. Μπήκα πάλι μέσα και διάλεξα μια πόρτα για να συνεχίσω την εξερεύνηση. Πάλι κανείς, ένα πανομοιότυπο δωμάτιο. Είχε αρχίσει να μ' ενοχλεί αισθητά αυτή η απουσία.. Το προσπέρασα γρήγορα και πήγα στο επόμενο και ύστερα στο επόμενο... Μετά από ώρα κατάφερα να βρω το παράθυρο που έψαχνα για να επιβεβαιωθώ.. Όπως το περίμενα. Το παλιό αυτό αρχοντικό ήταν ουσιαστικά ένας γιγαντιαίος κύλινδρος καρφωμένος στο κέντρο ενός αρκετά μικρού και αποξενωμένου, κυκλικού νησιού, χωρίς φαινομενικά κανένα νόημα ύπαρξης.. Και η εικόνα συνέχιζε να μην εναρμονίζεται με τον ήχο. Πλέον άκουγα και γλάρους, χωρίς όμως να βλέπω πουλιά πουθενά. Άκουγα και τον αέρα, μα δεν κουνιόταν φύλλο.. Και οι ελέφαντες εκεί...όμως που
? Δεν τους έβλεπα πουθενά, δε μπορούσα να καταλάβω..
Γύρισα πάλι μέσα. Λάθος πόρτα αυτήν τη φορά. Πίσω στην τραπεζαρία... Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου να προσανατολιστώ μέσα σ' αυτόν το λαβύρινθο.. Απ' τον ένα χώρο στον άλλο και πίσω σε κάποιον άλλο, σκάλες πάνω, σκάλες κάτω και ύστερα όλα πάλι απ' την αρχή.. Είχα αρχίσει ν' απογοητεύομαι αισθητά όταν ξαφνικά, κάπου απ' τα βάθη του κτηρίου ακούστηκαν έντονα γέλια. Επιτέλους κάποιος
! Πρέπει να ήταν σε κάποιο άλλο όροφο, αρκετά πιο κάτω, υπέθεσα.. Αμέσως ξεκίνησα την κάθοδο.. Περιέργως, βρήκα πολύ γρήγορα τα σωστά δωμάτια και τη διαδρομή και μέσα σε λίγα λεπτά, τους βρήκα...
Ένας τόσο μεγάλος και όμορφος χώρος, παραμυθένιος. Το ταβάνι έμοιαζε γυάλινο και είχε φόντο τον καταγάλανο ουρανό, γεμίζοντας το δωμάτιο με το πλούσιο φως της ημέρας. Κάτω γρασίδι και στη μέση ένα μικρό, πανέμορφο συντριβανάκι, κάτι σαν μια εσωτερική αυλή. Γύρω γύρω, παντού βιβλιοθήκες κολλημένες στους τοίχους και σε δύο απ' αυτούς, σε σχήμα ορθής γωνίας, σε απόσταση
3-4 μέτρων περίπου, υπήρχαν σκαλιστές, μαρμάρινες κολώνες οι οποίες στήριζαν ένα μικρό εσωτερικό, ξύλινο μπαλκονάκι το οποίο ήταν σε δεύτερο επίπεδο και στήριζε και αυτό με τη σειρά του τις επάνω βιβλιοθήκες. Και όλα αυτά χτισμένα πάνω σ' ένα πέτρινο μονοπάτι, το οποίο έκανε τον κύκλο του ορθογώνιου αυτού δωματίου, περιτριγυρίζοντας με γεωμετρική ακρίβεια το πράσινο.
Ήταν τέσσερις, άντρες και γυναίκες, καθισμένοι σ' ένα απ' τα
3 στρόγγυλα, ξύλινα τραπεζάκια, τα οποία ήταν τυχαία τοποθετημένα στην, κοντινότερη στο γάμα του μπαλκονιού, γωνιά μέσα στο γρασίδι. Γύρω στα 40 όλοι τους, ιδιαίτερα μικροκαμωμένοι και περίεργα ντυμένοι, μεσαιωνικά, θα έλεγα ιδανικά. Φαινόντουσαν υψηλής κοινωνίας προσωπικότητες.. Τους πλησίασα διστακτικά. Δε μου 'δωσαν σημασία. Τους χαιρέτησα πλησιάζοντας περισσότερο. Πάλι τίποτα, σαν να μην υπήρχα. Σαν να μην υπήρχαν..
Οι ήχοι τώρα πια έδιναν ζωή στο μέρος. Πλέον άκουγα κι άλλους να μιλάνε και να γελάνε από γειτονικούς χώρους και στο βάθος φασαρία από αντικείμενα, κουζινικά, μηχανές, πόρτες και άλλες απροσδιόριστες πηγές που επιβεβαίωναν την ύπαρξη άφθονης ζωής.. Σε ποιον ν' ανήκε όλο αυτό, και ποιος θα έχτιζε κάτι ανάλογο σ' έναν τέτοιο έρημο τόπο, σκέφτηκα, καθώς στεκόμουν μαγεμένος και απολάμβανα τα χρώματα και τις λεπτομέρειες που έντυναν τόσο προσεγμένα το χώρο. Και τότε ξαφνικά, επαληθεύτηκε η μέχρι τότε ανεξήγητη φαντασίωσή μου..
Το πάτωμα άρχισε να δονείται αισθητά σε τρομακτικό βαθμό και τα μουγκρητά πλησίαζαν απειλητικά όλο και περισσότερο.. Οι θορυβοποιοί δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.. Ακριβώς κάτω από εκεί όπου άρχιζε και τελείωνε αυτό το εσωτερικό μπαλκόνι, υπήρχαν δύο μεγάλες καμάρες. Μπήκαν απ' τη μία και διασχίζοντας το πέτρινο μονοπάτι, περνώντας πίσω απ' τις κολώνες, έφτασαν και βγήκαν από την άλλη, χωρίς να προκαλέσουν καμία ζημιά στο διάβα τους. Και έτρεχαν πολύ. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο προσεκτικούς ελέφαντες. Για την ακρίβεια, πρώτη φορά έβλεπα ελέφαντες και μάλιστα τόσους πολλούς μαζί.. Πρέπει να ήταν πάνω από
10 και δεν ήταν καθόλου μικροί και σίγουρα δε φαίνονταν να έρχονται με φιλικές διαθέσεις.. Ακόμη αναρωτιέμαι πως χώρεσαν εκεί μέσα.. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν πάνω και αμέσως έτρεξαν να κρυφτούν όπου βρουν. Εγώ όμως ήμουν ασυνήθιστα περίεργος.. Χωρίς δεύτερη σκέψη ακολούθησα τα θηρία..
Έμοιαζαν να ξέρουν τι κάνουν, καθώς η πορεία τους ήταν πολύ συγκεκριμένη. Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα εξωτερικό διάδρομο του αρχοντικού, ο οποίος κατέληγε σ' ένα αδιέξοδο σταματώντας σ' ένα περίεργο πέτρινο τείχος, το οποίο έδειχνε να σφραγίζει μια κάποια είσοδο.. Λες και κάποιος το είχε χτίσει επίτηδες για να κρύψει κάτι, ίσως σε κάποιο μυστικό χώρο του κτηρίου που κατέληγε πραγματικά ο διάδρομος.. Δεν πρέπει να ήταν καθόλου τυχαίο που ήρθαμε μέχρι εδώ..
Οι ελέφαντες ξεκίνησαν να κοπανάνε και να γκρεμίζουν το τείχος και ό,τι υπήρχε τριγύρω με όποιον τρόπο μπορούσαν. Απίστευτη η οργή των ζώων μερικές φορές.. Μαζεύτηκε κι άλλος κόσμος και όλοι παρακολουθούσαν έντρομοι. Σε λίγο κατέφθασε και η φρουρά..
Ήταν απ' την κορυφή ως τα νύχια φιγούρες βγαλμένες από κάστρο του μεσαίωνα. Με τα κράνη τους, τις πανοπλίες τους, τα δόρατα, τις ασπίδες, όλα κανονικά. Και όλοι τους μικροκαμωμένοι, όχι νάνοι, αλλά ένα ενδιάμεσο, αφύσικο για άνθρωπο μέγεθος. Μόλις που είχε αρχίσει να φαίνεται ένα φως πίσω απ' τα ερείπια -μάλλον από δάδα στον τοίχο- όταν μας απώθησαν όλους πίσω, μέσα στο κτήριο, εκεί όπου κανείς δε θα μπορούσε να δει τι γινόταν πια. Προσπάθησα να τους ξεγλιστρήσω και να βγω πάλι έξω, αλλά μάταια. Μέσα στον πανικό τους έχασα.. Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στις δουλειές τους λες και ήξεραν τη συνέχεια και μέσα σε μερικά λεπτά οι ελέφαντες επέστρεψαν πίσω από 'κει που 'ρθαν, ήρεμοι σαν ένα χαζό, υπνωτισμένο κοπάδι προβάτων.. Τους είδα να βγαίνουν, απ' την καμάρα της αυλής που είχαν μπει αρχικά, αλλά η φρουρά μας σταμάτησε για δεύτερη φορά. Πλέον είχαν κλείσει τελείως και τον εξωτερικό διάδρομο και είχαν ήδη ξεκινήσει εντατικά έργα ανόρθωσης του τείχους.. Κανείς δε μπόρεσε να μάθει από που, πως και γιατί... Αυτό ήταν. Έπρεπε να λύσω το μυστήριο άμεσα. Έπρεπε να μάθω από που έρχονται και για αρχή, να βρω τρόπο να βγω απ' το αρχοντικό.
Ξανανέβηκα στους πιο πάνω ορόφους για να έχω καλύτερη θέα. Γύρισα όλα τα δωμάτια -εκτός από τα κλειδωμένα- και κοίταξα απ' όλα τα παράθυρα. Ελέφαντες πουθενά κι όμως τους άκουγα παντού. Λες και ήταν όλα στο κεφάλι μου..
Πρέπει να είχαν περάσει πάνω από δυο ώρες περιπλάνησης, -έτσι ένιωσα- όταν σε κάποια φάση συνειδητοποίησα πως ο κόσμος, η ζωή, είχαν χαθεί και πάλι.. Οι πόρτες συνεχώς δημιουργούσαν καινούρια, άδεια δωμάτια από πίσω τους, δε μπορούσα να το εξηγήσω αλλιώς, οι χώροι, η αρχιτεκτονική, τίποτα δεν έβγαζε νόημα.. Είχα χαθεί και ήμουν μόνος. Ένιωθα πλέον αδύναμος να συνεχίσω και πάνω στην απογοήτευσή μου, για καλή μου τύχη, βρέθηκα πάλι στο παραμυθένιο δωμάτιο με την αυλή. Το φως ακόμη εκεί, δε νύχτωνε ποτέ σ' αυτόν τον τόπο.. Κοίταξα γύρω μου, κανείς, απόλυτη ησυχία.. Πήγα και κάθισα για λίγο στα τραπεζάκια ν' απολαύσω την επιστροφή μου σε γνώριμο μέρος και φυσικά, τη μοναξιά μου.. Ξαφνικά, πριν καλά καλά το καταλάβω, ήρθαν όλα πίσω.. Πρώτα ένιωσα τη δόνηση και έπειτα ακολούθησαν τα μουγκρητά.. Φωνές αγωνίας και θόρυβος από πανοπλίες και ταχύ βηματισμό συμπλήρωσαν το ηχοτοπίο μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα.. Γύρισαν πάλι... Η διαδικασία επαναλήφθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και το ίδιο ανεξήγητο τέλος.. Έπρεπε να βιαστώ, είχα ένα προαίσθημα ότι είχα αργήσει ήδη αρκετά..
Δεν είχα άλλη επιλογή, βούτηξα πάλι πίσω στον λαβύρινθο.. Αυτήν τη φορά ήταν πιο εύκολο απ' ό,τι περίμενα.. Ήμουν καθισμένος στο περβάζι ενός παραθύρου παρακολουθώντας τον κόσμο έξω, όταν απ' το πουθενά εμφανίστηκε η λύτρωσή μου.. Μπήκε στο δωμάτιο και ήρθε κατευθείαν προς το μέρος μου. Ήρεμη, άνετη, σαν να με έψαχνε και ήθελε να με βοηθήσει από πάντα.. Στάθηκε δίπλα μου και περίμενε ακίνητη. Δε θυμάμαι ακριβώς τα χαρακτηριστικά της, αλλά είχε μακριά μαλλιά και ήταν αρκετά νέα. Για κάποιο περίεργο λόγο την εμπιστεύτηκα απ' το πρώτο δευτερόλεπτο.. Της είπα τι έψαχνα χωρίς καμία υποτυπώδης γνωριμία -αγενέστατος, αλλά δικαιολογημένος- και αυτή αμέσως με καθοδήγησε στο κατάλληλο δωμάτιο. Δεν πρέπει να είχα ξαναπεράσει από 'κεί. Ήταν ένας χώρος με πολύ ιδιαίτερη θέα.

Εκεί, είπε και έδειξε με το δεξί της χέρι έξω απ' το παράθυρο πέρα απ' τα βράχια, σε μια περιοχή με τόσα πολλά, πολύχρωμα δέντρα και πυκνή βλάστηση που έμοιαζε με μια, σχετικά μικρή θα έλεγε κανείς, ζούγκλα. Και τότε τους είδα ξεκάθαρα (και έπειτα αποτρελάθηκα)...
Πίσω απ' αυτήν τη ζούγκλα υπήρχε ένα σχετικά κρυμμένο μέρος στην αμμουδιά, κάτι σαν τεράστιο γήπεδο, για κάποιο αφύσικο, θα έλεγε κανείς, παιχνίδι.. Είχε δύο ποδοσφαιρικά τέρματα στις απέναντι πλευρές του, μόνο που ήταν αρκετά μεγαλύτερα σε μήκος και σε ύψος και η μπάλα η οποία χρησιμοποιούσαν έμοιαζε με μπάλα του μπάσκετ, αλλά λευκή και με ανάλογο φυσικά για τα τέρματα μέγεθος.. Το παιχνίδι θύμιζε κάτι ανάμεσα σε
rugby και handball έχοντας ταυτόχρονα και δικά του στοιχεία. Το πιο περίεργο όλων όμως ήταν το ότι δεν έπαιζαν άνθρωποι.. Ναι, έπαιζαν όλοι αυτοί οι ελέφαντες που είχα δει, που άκουγα συνέχεια μέσ' στο κεφάλι μου και το πιο περίεργο όλων(?), έπαιζαν ενάντια σε άλλες τόσες καμηλοπαρδάλεις!.. Και έπαιζαν καλά. Χαρακτηριστικά μάλιστα θυμάμαι μία απ' αυτές να κρατάει τη μπάλα στο ένα "χέρι" και να τρέχει με τ' άλλα τρία πόδια, πηδώντας πάνω από δυο και τρεις ελέφαντες ταυτόχρονα! Ναι, ήταν κάπως παράξενοι για παίκτες, αλλά προσαρμόστηκα στην εικόνα πολύ γρήγορα. Άλλωστε, το θεώρησα αυτονόητο πως θα μπορούσε μια καμηλοπάρδαλη να κρατάει μια μπάλα τρέχοντας. Ποιος δε θα το θεωρούσε σ' ένα τέτοιο μέρος?..
Είχα μαγευτεί τόσο πολύ απ' το πόσο καλά έπαιζαν που έκατσα για λίγη ώρα στο παράθυρο και παρατηρούσα το παιχνίδι τους σχολαστικά.. Η κοπέλα ήταν ακόμη εκεί. Παρέμεινε δίπλα μου περιμένοντας υπομονετικά κάποια κίνηση, μέχρι που γύρισα απότομα προς το μέρος της και πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, την ευχαρίστησα και έφυγα κατευθείαν για την έξοδο...
Κατέβηκα όσο πιο χαμηλά μπορούσα, αλλά έξοδος δεν υπήρχε πουθενά.. Πλέον συναντούσα πολύ κόσμο, αλλά και πάλι, κανείς δε
(μου) μιλούσε, δε μπορούσα να βρω βοήθεια από κανέναν. Έπρεπε να βρω δική μου έξοδο.. Η λύση ήταν εύκολη. Άμεση, θα έλεγα σωστότερα. Επιχείριση "καταρρίχηση"!..
Βρήκα το πιο βολικό σχετικά σημείο, βγήκα προσεκτικά απ' το παράθυρο και χωρίς άλλη επιλογή, πήδηξα.. Η πτώση ήταν επιτυχείς. Τα βράχια είχαν ομαλή σχετικά κλίση, οπότε η συνέχεια δεν ήταν και τόσο δύσκολη όσο φαινόταν από πάνω. Πάτησα άμμο χωρίς κάποιο σημαντικό τραύμα και αμέσως κατευθύνθηκα προς τη ζούγκλα..
Όλα έμοιαζαν τόσο διαφορετικά από εκεί κάτω. Γλυκιά η γεύση της
(ας πούμε) ελευθερίας.. Το αρχοντικό φαινόταν ακόμη μεγαλύτερο τώρα, ένα κανονικό ξύλινο κάστρο και τα δέντρα ψηλότερα από πριν. Ακόμη και τα χρώματα ήταν πιο έντονα. Όλο το τοπίο πλέον ήταν πιο ζωντανό..
Όλως παραδόξως, προσπέρασα τη ζούγκλα με ιδιαίτερη ευκολία, -ίσως τελικά δεν ήταν και τόσο ζούγκλα, όπως τη φανταζόμουν- και βγήκα στην παραλία, στο γήπεδο.. Φυσούσε. Φυσούσε πολύ, αλλά ήταν δροσερό αεράκι για τη ζέστη που έκανε. Τα θηρία -οι παίκτες- ήταν εκεί όπως τους είχα αφήσει, καμία αλλαγή. Έτρεχαν και έπαιζαν με το ίδιο πάθος όπως και πριν, λες και ήταν το τελευταίο τους παιχνίδι.. Η οπτική γωνία απ' το σημείο αυτό ήταν τρομακτική. Οι καμηλοπαρδάλεις είχαν απίστευτο όγκο για το είδος τους, κάτι σαν μικροί δεινόσαυροι και οι ελέφαντες έμοιαζαν πολύ μεγαλύτεροι απ' ό,τι όταν τους πρωτοείδα.. Για μια στιγμή φοβήθηκα, μα ταυτόχρονα ένιωθα πολύ σίγουρος για το ρίσκο που έπαιρνα, δε θα το έβαζα κάτω έτσι απλά.. Δεν πλησίασα πολύ, κρύφτηκα πίσω απ' τα τελευταία δέντρα και αποφάσισα να περιμένω εκεί μέχρι να δω κάποια αλλαγή.. Για τα επόμενα λεπτά ήμουν ο μοναδικός θεατής του αγώνα, μέχρι τη στιγμή της ξαφνικής διακοπής του..
Δε μπόρεσα να καταλάβω τι τους αφύπνισε.. Εκεί που όλα πήγαιναν ρολόι, τελείως αψυχολόγητα, οι ελέφαντες, όλοι μαζί συγχρόνως, παράτησαν το παιχνίδι και άρχισαν να ωρύονται κατευθυνόμενοι προς το καφέ κάστρο, καθώς οι καμηλοπαρδάλεις έμειναν εκεί, ακίνητες στις θέσεις τους, σαν να μην έγινε τίποτα που δεν περίμεναν.. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Η ευκαιρία της γνώσης, της λύσης του περίεργου αυτού μυστηρίου.. Τους ακολούθησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τα βήματά μου βούλιαζαν στην άμμο και επιβράδυναν εκνευριστικά την ταχύτητα μου. Οι ελέφαντες κινήθηκαν παραπλεύρως του κτιρίου και μοιραία κάποια στιγμή χάθηκαν απ' το οπτικό μου πεδίο, ένας ένας πίσω απ' τα βράχια.. Όταν έφτασα ήταν πια πολύ αργά. Δεν τους έβλεπα πουθενά, πιθανότατα θα είχαν μπει ήδη μέσα.. Κοίταξα βιαστικά γύρω μου ψάχνοντας κάτι που να μοιάζει με είσοδο.. Βρήκα ένα πολλά υποσχόμενο μονοπάτι που δυστυχώς όμως κατέληγε σε αδιέξοδο. Μια ψεύτικη είσοδος, ποιος ξέρει γιατί άραγε, αναρωτήθηκα.. Συνέχισα να κάνω τον κύκλο του κτηρίου με την ελπίδα να βρω τίποτα παρακάτω.. Και βρήκα. Μια πανομοιότυπη είσοδος, ψεύτικη και αυτή.. Το ίδιο και λίγο παρακάτω. Παντού αδιέξοδα. Δεν το έβαζα κάτω όμως, θα έκανα ακόμα και το γύρω του νησιού αν χρειαζόταν.
Σε κάποια φάση, κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης, πέρασα δίπλα από ένα μέρος που θύμιζε παιδικό πάρκο. Χωρίς παιδιά. Η περιέργεια με νίκησε και πάλι. Πλησίασα να δω καλύτερα.. Παράξενο, πως δεν το είχα εντοπίσει κοιτώντας από ψηλά νωρίτερα, απόρησα.. Ίσως τα δέντρα... Τίποτα ιδιαίτερο, ήταν όντως παιδικό πάρκο, αλλά τίποτα παραπάνω. Καθώς όμως γύρισα να φύγω πάλι προς τα βράχια, μια απρόσμενη, δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε..
Ένας κανίβαλος
! Και μάλιστα, αν κατάλαβα καλά δηλαδή, πρέπει να ήταν γυναίκα. Φορούσε μια πολύχρωμη, άσχημη, ξύλινη μάσκα και ανάμεσα στα πυκνά, αχτένιστα μαλλιά της είχε καρφιτσωμένα κάμποσα ασπρόμαυρα φτερά, σαν αυτά των ινδιάνων που βλέπουμε στις ταινίες.. Ήταν σκουρόχρωμη, σχεδόν μαύρη, κοκαλιάρα, ντυμένη μ' ένα κοντό, ας το πούμε παντελονάκι, μέχρι τα γόνατα, το οποίο ήταν φτιαγμένο από φύλλα δέντρων και μόνο και όλο αυτό έδενε και στηριζόταν κάπως -δεν κατάλαβα πως- στο εσώρουχο, το οποίο είχε ένα περίεργο σκούρο καφέ (μάλλον) χρώμα.. Από πάνω φορούσε πάλι κάτι ανάλογο. Κάτι σαν εφαρμοστό, ας το πούμε μπλουζάκι, στο ίδιο χρώμα, το οποίο ξεκινούσε απ' το λαιμό και τελείωνε στο ύψος του στομαχιού, (ίσως και λίγο πιο κάτω) και ήταν επίσης στολισμένο με φύλλα δέντρων, λες και τα είχες κολλήσει στο ρούχο με uhu stick. Αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήταν και αμάνικο. Όλο το υπόλοιπό της σώμα ήταν καλυμμένο με διάφορα ανούσια τατουάζ.
Αυτό το περίεργο πλάσμα λοιπόν, εμφανίστηκε ξαφνικά απ' το πουθενά μπροστά μου, κρατώντας στο ένα χέρι ένα σχοινί και δείχνοντάς με απειλητικά με το άλλο.. Εγώ έμεινα ακίνητος και αμίλητος για μερικά δευτερόλεπτα, περισσότερο ίσως από αμηχανία παρά από φόβο. Δεν ήξερα τι να πω, ούτε και αν θα με καταλάβει ακόμη και αν μιλήσω.. Προς μεγάλη μου έκπληξη, αφού πρώτα βέβαια έβγαλε κάτι απροσδιόριστους ήχους, βρήκε τη φωνή της και μου είπε ξεκάθαρα πως, την έστειλαν για να με πιάσει και να με πάει πίσω σ' αυτούς και πως η μόνη περίπτωση για να μην το κάνει αυτό θα ήταν να αφιερώσω τη ζωή μου σ' αυτήν. Με το
"πίσω σ' αυτούς" θεώρησα πως εννοούσε τους κατόχους του αρχοντικού και πως ταυτόχρονα αυτό υπονοούσε πως έμαθαν για τις βλέψεις μου.. Άρα όντως δεν έπρεπε να μάθει κανείς...
Εκλεκτές λοιπόν οι επιλογές που μου δόθηκαν.. Η απάντηση μέσα μου δεν άργησε να έρθει.
"Τρέξε", μου έλεγε. Και αυτό έκανα. Αφού ζύγισα στο περίπου τις δυνατότητες της γυναίκας και μη έχοντας άλλη πρόχειρη λύση, γύρισα την πλάτη μου και άρχισα να τρέχω, συνεχίζοντας τον κύκλο του νησιού (που έτσι κι αλλιώς υπολόγιζα να κάνω, απλώς σε άλλες ταχύτητες).. Στην αρχή την άκουσα να μ' ακολουθεί φωνάζοντας ακατανόητες απειλές, έπειτα από κάποια ώρα άκουγα μόνο πατήματα στην άμμο.. Δεν κοίταξα ούτε μία φορά πίσω. Έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μέχρι να ξεφύγω ή να πέσω κάτω.. Και τελικά, δε ξέρω πως, δε ξέρω γιατί, τα κατάφερα. Ξέφυγα.
Ήταν τότε, τη στιγμή εκείνη που έρχεται αυτό το αναπάντεχο βάρος και ξαφνικά νιώθεις να σε καταπίνει ολοκληρωτικά η κούραση σε συνδυασμό με την απελπισία, γιατί γνωρίζεις πως δε θα τα καταφέρεις τελικά και δεν αντέχεις άλλο τον άδικο αυτόν κόπο.. Τότε που πραγματικά αναγνωρίζεις τις ατέλειες της ύλης και αδύναμος πια παραδίνεσαι στο έλεος της τύχης σου.. Και εκεί η τύχη μου χαμογέλασε. Σταμάτησα. Γονάτισα ακουμπώντας τα χέρια μου κάτω και αφήνοντας τον ιδρώτα απ' το μέτωπό μου να ποτίσει την ηλιοκαμένη άμμο, μέχρι την τελευταία σταγόνα. Έπειτα κοίταξα για μια στιγμή πίσω μου και ύστερα έγειρα πάλι το κεφάλι μου στη γη. Η τρελή δεν ήταν πουθενά, απλώς, εξαφανίστηκε..
Μάζεψα τις δυνάμεις μου και μετά από λίγο σηκώθηκα, κατευθυνόμενος πάλι προς τα βράχια για να ψάξω, εντατικότερα και σχολαστικότερα πλέον, την είσοδο του κτηρίου.. Δε θα με σταματούσε τίποτα αυτήν τη φορά. Η προσπάθεια απέδωσε καρπούς και πολύ σύντομα έφτασα σε μία νέα ανακάλυψη περί αρχοντικού, αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα.. Για την ακρίβεια ήταν αρκετά μακριά...
Ήμουν κάπου εκεί κοντά στη ζούγκλα, αναλογιζόμενος το χρόνο που είχε περάσει, συνειδητοποιώντας πως είχα πολύ ώρα ν' ακούσω τους ελέφαντες και πως δεν τους είδα ποτέ να βγαίνουν και να επιστρέφουν στο γήπεδο, όταν ξαφνικά αντίκρισα κάτι, σχετικά κρυμμένο, ανάμεσα στα βράχια, που μου τράβηξε την προσοχή.. Ήταν σκουριασμένα κάγκελα, κάγκελα φυλακής, φυτεμένα γερά στην άμμο και στους βράχους. Αυτό που με προσέλκυσε όμως πραγματικά δεν ήταν τα ίδια τα σίδερα, αλλά αυτό το μαύρο κάτι που υπήρχε πίσω απ' αυτά.. Πλησίασα. Πλησίασα αρκετά. Ακόμη δεν είχα καταλάβει τίποτα, μέχρι που ένας βαθύς, και απ' ό,τι φάνηκε, προειδοποιητικός ήχος με προϊδέασε σημαντικά.. Ήταν κάτι σαν ξεφύσημα ή χασμουρητό γίγαντα, -δεν κατάλαβα ακριβώς τι- αλλά δε μου φαινόταν και για καλό.. Έκανα μερικά μικρά, προσεκτικά βήματα προς τα πίσω και κοίταξα ψηλότερα, προσπαθώντας να διακρίνω μια γενικότερη εικόνα ανάμεσα στους ογκόλιθους και στα κάγκελα. Και τότε τον είδα.. Πάγωσε το αίμα μου...
Ήταν οριζόντια, ξαπλωμένος στο πλάι και μάλλον κοιμόταν ώρες, ίσως μέρες.. Και ήταν τεράστιος. Μικρή λέξη το
"τεράστιος" μπροστά του. Ήταν για την ακρίβεια ένας γιγαντιαίος (και κάτι), κατάμαυρος γορίλας. Ναι, σαν εκείνον της ταινίας, μόνο που τίποτα δε θύμιζε ταινία μόλις είδα αυτό το τέρας μπροστά μου, σε απόσταση λιγότερη των 5 μέτρων.. Η αλήθεια είναι ότι από εκεί που ήμουν έβλεπα μόνο τον αριστερό του ώμο και λίγο απ' το πρόσωπο, υποθέτοντας πως όλο το υπόλοιπο ήταν κάπου εκεί, σκεπασμένο κάτω απ' τα βράχια.. Και τι να έκανε ένας τεράστιος, κοιμισμένος γορίλας, χωμένος εκεί μέσα!? Πρέπει να ήταν ο φύλακας του αρχοντικού και ειδικότερα της εισόδου του, της πραγματικής εισόδου, σκέφτηκα. Και μάλλον είχα δίκιο, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση που να χωνέψει το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή..
Αυτό αμέσως μου αναζωογόνησε τις ελπίδες. Πολύ γρήγορα οι θετικές σκέψεις παραμέρισαν το φόβο και σύντομα είχα ήδη ξεχάσει τον όγκο του θηρίου παντελώς. Αν όντως είχε να κάνει με την είσοδο του κτηρίου, τότε σίγουρα πρέπει να ήμουν πολύ κοντά, έτσι πίστευα τουλάχιστον.. Δυστυχώς όμως, δεν πρόλαβα να ψάξω ούτε λεπτό, ο χρόνος μου τελείωνε και πλέον ήταν η ώρα να τρέξω και πάλι..
Οι φωνές ερχόντουσαν από μακριά, όμως δεν ήταν μια και δυο αυτήν τη φορά.. Ήταν πάρα πολλοί και τους ένιωθα να πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Δεν τους έβλεπα πουθενά, αλλά ήξερα πολύ καλά για πιο λόγο είχαν έρθει. Οι φωνές απευθύνονταν σ' εμένα και μόνο, το ίδιο και οι γνωστές πανοπλίες που σιγά σιγά προστέθηκαν στον εχθρικό θόρυβο που κόντευε απειλητικά..
Γύρισα πλάτη στο φυλακισμένο τέρας και στο ξύλινο κάστρο της παράνοιας και ξεκίνησα να τρέχω ευθεία, με κλίση προς τα δεξιά, -αφού στ' αριστερά μου είχα τη ζούγκλα και τις καμηλοπαρδάλεις- με τελικό στόχο τη θάλασσα.. Το έδαφος σ' αυτήν την πλευρά είχε μια ανοδική κλίση, η οποία γινόταν εντονότερη από ένα σημείο και μετά και κατέληγε σ' ένα στενό σχετικά λόφο, που κοβόταν απότομα, στηριζόμενος σ' ένα κάθετο, πέτρινο τείχος, χτισμένο μέσα στο νερό.. Ό,τι πρέπει για θεαματικές βουτιές τα καλοκαίρια. Καθώς πλησίαζα, εντόπισα ξαφνικά κάτι πέτρινα, καθοδικά σκαλοπάτια απ' τη δεξιά μεριά του λόφου, τα οποία, χτισμένα πάνω στο τείχος και παράλληλα στην ελαφριά καμπύλη που έκανε, οδηγούσαν κάπου στο βυθό, χωρίς να μπορείς να δεις που ακριβώς τελείωναν..

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και με την ελπίδα πως δε με είχε δει κανείς, κρύφτηκα εκεί, πίσω απ' το τείχος, με τα δυο μου πόδια μέχρι το γόνατο στη θάλασσα και την πλάτη ακουμπισμένη στις πέτρες.. Περίμενα ακίνητος. Πράγματι, κανείς δε με ακολούθησε. Ύστερα από λίγο, ο ήχος του στρατού και της φασαρίας απομακρύνθηκαν αισθητά, ώσπου κάποια στιγμή έσβησαν τελείως.
Είχα ήδη αρχίσει να κοιτάζω περίεργος τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας να τους δώσω κάποιο νόημα ύπαρξης,
(χωρίς να τα καταφέρνω ιδιαίτερα) όταν ξαφνικά ένιωσα μια μικρή, απρόσμενη δόνηση πάνω μου..
Ήταν το κινητό μου
! Είχα ξεχάσει τελείως πως το είχα ακόμη μαζί μου και παρόλο που άργησα να το αντιληφθώ, χτυπούσε τόσο επίμονα που πρόλαβα και το σήκωσα άμεσα.. Η κλήση ήταν απ' το άτομο το οποίο υποτίθεται πως θα συναντούσα κατεβαίνοντας απ' το πλοίο..
"Έλα, που είσαι? Κατέβηκες?", είπε ελαφρώς λαχανιασμένα η γυναικεία φωνή. "Εγώ? Εγώ έχω φτάσει εδώ και ώρες στο νησί, εσύ(!) που είσαι?", απάντησα μ' έντονο τόνο, χωρίς όμως να δείξω τα νεύρα μου ιδιαίτερα -λόγω κούρασης περισσότερο-. "Ε!? Δεν είναι νησί εδώ πέρα και το πλοίο που ήσουν μόλις πριν λίγο έφτασε... Εεε, που είσαι ακριβώς?", ήταν τα τελευταία, αγωνιώδη λόγια που θυμάμαι ν' άκουσα.. Έπειτα έπεσε η γραμμή και ταυτόχρονα μου 'ρθε ειδοποίηση μηνύματος, το οποίο δεν πρόλαβα να διαβάσω, καθώς στο επόμενο δευτερόλεπτο το κινητό έκλεισε από μπαταρία.. Οι σκέψεις μου θόλωσαν και ένιωσα τον εγκέφαλό μου να μουδιάζει ολοκληρωτικά.. Το άφησα αδιάφορα να πέσει απ' τα χέρια μου στο νερό και έμεινα εκεί να κοιτάζω τα σκαλοπάτια και τη θάλασσα, βυθισμένος πια στην απόγνωση... Και ήταν ακόμη μέρα. (Αμέσως μετά ήρθε και η επιβεβαίωση, τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα συγχρόνως πως είχα χάσει και το μάθημα...).



19/11/13

23 Νοεμβρίου 2013

inevitable

...και όταν το γκρίζο εκείνο σύννεφο,
άπρακτο, αποσύρθηκε απ' τη σκηνή,
ο ήλιος έλαμψε και πάλι
στα χαμογελαστά πλέον πρόσωπα, απρόσωπων ανθρώπων.
Κανείς όμως δεν αναρωτήθηκε,
τι απέγινε εκείνη η βροχή που ήταν κάποτε να βρέξει...

17 Νοεμβρίου 2013

Keep The Faith

Πόσο κόπο μπορεί να έχουν κάνει αυτά τα παιδιά άραγε..
Όταν τους γνώρισα, να 'ναι καλά ο αδερφός μου, μόλις που είχαν βγάλει τη διασκευή απ' το κομμάτι του Gotye καθισμένοι πέντε άτομα πάνω από μια κιθάρα.. ^^ Και από τότε τους παρακολουθούσα, την τόσο σύντομη-εντυπωσιακή, ανοδική τους πορεία και τη μέχρι σήμερα εξέλιξή τους...


Και ποιος τους ήξερε μέχρι τότε? Γιατί μήπως η μουσική τους, η τα βίντεό τους, δεν άξιζαν εκείνον τον καιρό? Ο κόπος τους ήταν λιγότερος πριν? Ίσα ίσα, ίσως και να ήταν διπλάσιος.. Και όμως για να φτάσουν σ' αυτό το βίντεο εδώ σήμερα (και σ' όλα τα υπόλοιπα βίντεο-τραγούδια τους των τελευταίων μηνών) έχουν ρίξει τόση δουλειά, κάθε μέρα εκεί, στα στούντιο, πάνω απ' τους υπολογιστές και τα όργανα. Δε θα γινόταν αλλιώς, δε γίνεται αλλιώς..
Και γιατί τα λέω όλα αυτά? Όχι, δεν πληρώνομαι για να κάνω διαφήμιση. Απλώς να, κάτι τέτοιες καταστάσεις μου δίνουν κουράγιο και ελπίδα να πιστεύω πως ό,τι αξίζει, ό,τι κάνεις με κόπο και ιδρώτα, θ' ανταμειφθεί αναλόγως μια μέρα. Και παρ' όλη την αδικία που βασιλεύει στον κόσμο μας, το μόνο πράγμα για το οποίο θ' αδικηθείς είναι ότι ίσως τίποτα δε θ' αναγνωριστεί στην ώρα του, αλλά θ' αναγνωριστεί. Και δε μιλάω για τη μουσική μόνο, μιλάω για ό,τι (δημιουργικού χαρακτήρα πράγματα) κάνει ο καθένας μας. Αρκεί αυτό που κάνεις να το αγαπάς. Να κάθεσαι εκεί και να λιώνεις πάνω σ' αυτό, να μην υπολογίζεις τον κόπο σου σαν κόπο, να περνάει η ώρα και να μην το παίρνεις καν χαμπάρι, να μπαίνεις μέσα του και να μη σε νοιάζει τίποτε άλλο για εκείνη την ώρα, όλος ο κόσμος να βγάζει νόημα πάνω σ' αυτό που κάνεις και μόνο.
Να είσαι εκεί.
Και τότε, μια μέρα θα δεις... Το πιστεύω.

10 Νοεμβρίου 2013

Me, Myself or I? (part: 1)

Κάποιοι είπαν ότι άλλαξα... Και μετά πάλι. Και συντομότερα από σύντομα ξανάλλαξα, πήγα πίσω.. Και ύστερα πάλι μπροστά και πάλι πίσω.. Σαν τα ρούχα μιας (πλούσιας) γυναικείας ντουλάπας..
Κάποτε ένιωσα άσχημα. Και ποιος είμαι τελικά
? Ο κανένας? Μια μάσκα πίσω από μια μάσκα? Μάσκες επιλογής ανά περίσταση? Να είσαι ο εαυτός σου, λένε, και σε όποιον αρέσεις. Κανείς όμως δε σου δίνει την απάντηση στην ερώτηση, "ποιος είσαι?"..
...Είμαι κ' αυτός, κ' εκείνος, κ' ο άλλος. Για τον καθένα είμαι αυτά που του δείχνω, γιατί απλά,
(μόνο) αυτά θέλω να ξέρει. Σ' άλλον δείχνω άλλα κ' είμαι άλλος. Ο καθένας τους σου φέρεται και αντιδρά στις κινήσεις σου ανάλογα με το πως σε "ξέρει" και το τι του 'χεις δώσει. Και γι' αυτούς αυτό είναι η πραγματικότητα ως προς το πρόσωπό σου.
Οπότε δε μπορείς να πεις ότι δεν είσαι
"εσύ", απλά είσαι ένα ακόμη "εσύ". Και ποιος τελικά είσαι? Η απάντηση κρύβεται σ' όλα τα "εσύ"... Όλα μαζί σ' ένα τσουβάλι μαζεμένα. Είσαι όλοι τους μαζί, τα πάντα γύρω σου. Του καθενός η γνώμη για το άτομό σου είναι τα κομμάτια του παζλ που κρύβεις μέσα σου.





??/??/2010

28 Οκτωβρίου 2013

Είπε μια φίλη κάποτε... (2)

"Μπορούσε να...τώρα πια...όποτε το ήθελε"
και μου θύμισε ένα συναίσθημα, μια παλιά θεωρία ενός φίλου...


Δε θα το κάνω "αυτό" ποτέ, έλεγε, γιατί φοβόταν τον πειρασμό, την ανθρώπινη αδυναμία στα πάθη της ζωής... Έτσι δε θα χρειαζόταν ποτέ να μπει σ' εκείνο το δίλημμα κρίσης του πότε πρέπει και πότε δεν πρέπει.. Δε θα χρειαζόταν ποτέ να ζυγιάσει το πρέπει με το θέλω του και να ρισκάρει να παρασυρθεί.. Όλοι πάντα έλεγαν, "έλα ρε, γιατί δεν "αυτό" και εσύ μαζί μας?" μα αυτός πάντα αρνιόταν και τους ξενέρωνε.. "Αν κάνεις κάτι μια φορά τότε μπορεί να το κάνεις και δεύτερη και τρίτη και το 'χασες το παιχνίδι. Το θέμα είναι απ' την αρχή να ξέρεις/να πεις το κάνω η όχι", έλεγε..
Το θέμα είναι ότι όλη αυτήν την προσπάθεια αντίστασης την έκανε γιατί τελικά μέσα του ήξερε ότι ήθελε. Ήθελε πάντα το "αυτό" σαν όλους τους άλλους, πολλές φορές ίσως και περισσότερο, απλά φοβόταν πως δε θα κατάφερνε να το κάνει με μέτρο, πως η ανθρώπινη αδυναμία του θα τον κυρίευε. Όμως ήθελε, και δεν το αρνήθηκε ποτέ.
Όταν μια μέρα τους είπε εντάξει, θα το κάνω το "αυτό", κανένα πρόβλημα, ξέρεις τι είπαν όλοι? Χάρηκαν, θεώρησαν πως ξεπέρασε τους φόβους και τα κόμπλεξ του και του δώσανε συγχαρητήρια. Όμως αυτός ποτέ δεν είπε πως έγινε έτσι. Απλά, μετά από τόσο καιρό είχε ανεξαρτητοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που είχε χάσει τελείως τη διάθεσή του για το "αυτό". Οπότε μπορούσε να το κάνει ή να μην το κάνει όποτε ήθελε.
Η ιστορία δεν είναι συγκεκριμένη. Στο "αυτό" έμπαινε κάθε φορά το κάτι, το οτιδήποτε, από μικρά και ασήμαντα μέχρι μεγάλα και σοβαρά πράγματα, όπου αυτός θεωρούσε αναγκαίο να πράξει αναλόγως.. Και έτσι και γινόταν..
Κάτσε και κρίνε τώρα εσύ αν το αποτέλεσμα ήταν προς το καλύτερο η όχι.. Για τους άλλους σίγουρα ήταν, πλέον αυτός μπορούσε να κάνει τα πάντα. Μπορούσε να είναι αυτό που όλοι οι άλλοι ήθελαν από αυτόν, όπως από κάθε άλλο φυσιολογικό άνθρωπο.. Τι παραπάνω να ήθελαν!? Είχε ανέβει κάθετα στα μάτια τους. Γι' αυτόν όμως? Ήταν καλύτερα?..

...
Ίσως η αντιμετώπιση του φόβου
να μην είναι η απάθεια τελικά.
...




Αφιερωμένο στην έμπνευσή μου,
ξέρει αυτή..

17 Οκτωβρίου 2013

Να ξέρεις, να λες τι θες.


Ήτανε μια κοντούλα γιαγιάκα με γκρίζα μαλλιά και τη μαντίλα στο λαιμό, ξέρεις, απ' αυτές τις πολύ γραφικές γιαγιούλες που βλέπεις στα πιο ξεχασμένα απ' το χάρτη χωριά και ερχόταν προς το μέρος μας με σιγά και σταθερά βήματα κρατώντας στα χέρια της ένα κοντό, άδειο, γυάλινο ποτήρι. Δεν την ήξερα, όχι, σίγουρα όχι. Αλλά μου έβγαζε μια σιγουριά σαν να ήταν η πιο σοφή σοφός του εκείνου κόσμου! Και ναι, θα την εμπιστευόμουν ακόμη και αν μου έδινε να φάω το πιο δηλητηριώδες μήλο που έχει φάει η χιονάτη, ακόμη και αν μου έλεγε έλα πάμε να σου δείξω τι υπάρχει πίσω από εκείνη τη μαύρη και πιο σκοτεινή απ' όλες πόρτα! Ακόμη και αν μου έλεγε πως δεν είναι όνειρο, μα η πιο πραγματική πραγματικότητα.
Η άλλη δίπλα μου ήταν σίγουρα φίλη μου από παλιά. Πρέπει να είχαμε περάσει πολλά, την ένιωθα δικό μου άνθρωπο. Πρέπει να είχε καστανά ή μαύρα μαλλιά και να 'ταν καλά ντυμένη. Δεν την κοίταξα ούτε στιγμή, το κεφάλι μου ήταν καρφωμένο ίσια μπροστά στη γιαγιά, παρακολουθώντας σχολαστικά την κάθε της κίνηση λες και ήμουν κανένα λιμάρι που μόλις εντόπισε μια υπερτέλεια ξανθιά να περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο και έχασε τον ουρανό κάτω απ' τα πόδια του (που θα 'λεγε και ο αδερφός μου)..
Ήμασταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι απ' το μάλλον τρέξιμο της ημέρας και καθίσαμε εκεί να πάρουμε μια ανάσα. Ένιωθα πως ήταν απόγευμα προς βράδυ αν και έξω είχε πρωινό ήλιο. Τι να πω, ίσως ήταν καλοκαίρι. Το μέρος άγνωστο, κάτι σαν σπίτι, σαν μικρό ιατρείο, δεν κατάλαβα, δεν πρόλαβα να μάθω ποτέ. Πάντως είχα την εντύπωση πως το, ας πούμε, παγκάκι που καθόμασταν ήταν κάτι σαν αυτά τα καθίσματα αναμονής που έχουν στα νοσοκομεία, με μόνη διαφορά ότι το συγκεκριμένο ήταν περιέργως αρκετά αναπαυτικό. Πίσω η πλάτη ακουμπούσε τοίχο, γκρι και άδειο, αριστερά ένας διάδρομος στενός που δεν πρέπει να είχε τέλος, (δεν κοίταξα ποτέ), δεξιά πάλι τοίχος, στολισμένος με δυο μεγάλα όμορφα παράθυρα που γέμιζαν φως το χώρο και ίσια, πίσω απ' τη γιαγιά, στο βάθος ένα καφέ επιπλάκι στ' αριστερά, κοντά στη γωνία, που ίσως είχε κι ένα στρόγγυλο καθρέφτη από πάνω, και απ' τη δεξιά πλευρά μια αδιάφορη, κλειστή, παλιά πόρτα.
Κανείς άλλος στην αναμονή. Εμείς δεν είχαμε ώρα που κάτσαμε, αλλά η περίεργη αυτή γιαγιά πρέπει να ήταν από πάντα εκεί να έρχεται.. Όταν κόντεψε αρκετά, μ' ένα πολύ σοβαρό ύφος είπε: "τι θα πιείτε? Χυμό, τσάι, να σας φέρω κάτι?" "Ό,τι θέλετε, δεν έχω πρόβλημα εγώ", αποκρίθηκα όντας διψασμένος. Η κοπέλα κάτι είπε, μάλλον δε ζήτησε τίποτα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η γιαγιά, με το που πήρα το βλέμμα μου από πάνω της, χάθηκε πηγαίνοντας κάπου αριστερά προς το διάδρομο και πριν καλά καλά προλάβω να επεξεργαστώ το δωμάτιο την άκουσα να επιστρέφει. "Ορίστε", είπε και μου έδωσε το γυάλινο ποτήρι το οποίο ήταν πλέον μισό-γεμάτο με νερό έχοντας μέσα ένα αναβράζον Depon το οποίο δεν είχε προλάβει να διαλυθεί ακόμη τελείως. Το πήρα και αφού την ευχαρίστησα έγειρα το κεφάλι μου και περίμενα μ' ένα αίσθημα απορίας κοιτώντας το ποτήρι στα χέρια μου. "Μα γιατί να μου φέρει αυτό ανάμεσα σε τόσες επιλογές? Στην τελική ας έφερνε σκέτο νερό.", αναρωτιόμουν. Και πρέπει να ήταν απ' αυτά με τη βιταμίνη C, αν κατάλαβα καλά πίνοντάς το, διότι έχουν πολύ απαίσια γεύση για να μην τ' αναγνωρίσω..
Και τι κατάλαβα!? Ούτε το απόλαυσα, ούτε ξεδίψασα, ούτε και έμαθα ποτέ γιατί... Σηκώνοντας το κεφάλι μου για να πιω, είδα με την περιφερειακή μου όραση τη γιαγιά να στέκεται και να περιμένει ακόμη εκεί, μπροστά μου, ακίνητη και αμίλητη με το ίδιο σοβαρό ύφος που είχε πάντα. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι και η σιχαμένη γεύση που μου άφησε το "αναψυκτικό" μου..



17/10/13

11 Οκτωβρίου 2013

Liebster Blog Award!

Πριν από μερικές μέρες έλαβα και εγώ με τη σειρά μου ένα βραβειο-δωράκι από ένα πολύ ξεχωριστό άτομο με το όνομα Lia. ^^ Έτσι λοιπόν, σαν ευχαριστώ, είπα να το μοιραστώ και μαζί σας και να παίξω με τους κανόνες που αυτό φέρει μαζί του..

Σύμφωνα με τους κανονισμούς λοιπόν θα πρέπει ν' απαντήσω σε κάποιες ερωτήσεις και έπειτα να χαρίσω και εγώ το βραβειάκι αυτό σε άλλα άτομα της επιλογής μου.

Εχμ, εχμ,
πρώτα οι ερωτήσεις και μετά οι απαντήσεις με την παρακάτω σειρά
1. Το αγαπημένο μου φαγητό είναι...
2. Τι δε μ' αρέσει στους ανθρώπους...
3. Μου αρέσει οι άνθρωποι που κάνω παρέα να είναι...
4. Με ηρεμεί...
5. Αγαπώ...
6. Με νευριάζει...
7. Τι δεν αποχωρίζομαι ποτέ...
8. Όταν ήμουν μικρός χάζευα συστηματικά αφίσες...

1. Κοτόπουλο με κάτι, με ό,τι, ή και σκέτο. Αν και γενικότερα όλα τα κρεατικά θα μπορούσαν να πάρουν την πρωτιά κατά καιρούς.. ^^
2. Δε μ' αρέσει το πόσο επιφανειακοί και ως εκ τούτου, ανούσιοι έχουν αρχίσει και γίνονται και το πόσο καθαρά ατομικό ζήτημα έχει γίνει πλέον η ζωή. Και πολλά άλλα, αλλά είπα να μείνω στα βασικά..
3. Δημιουργικοί (και να μ' εμπνέουν αναλόγως) και συζητήσιμοι...
4. Α) Να ξέρω ότι έχω όση ώρα θέλω μπροστά μου (συνήθως αρκούμαι με 30-60 λεπτά το πολύ) και να κάτσω σε μια αναπαυτική θέση (όχι ξάπλα) και να βάλω ν' ακούσω την κατάλληλη μουσική. Β) Με τα ίδια δεδομένα και χωρίς περιορισμούς έντασης, να κάτσω να παίξω μερικά κομμάτια (μου, σπανιότερα και άλλα) στην κιθάρα ή στο πιάνο.
5. Ακόμη ψάχνω να ορίσω επ' ακριβώς αυτήν τη λέξη. Δύσκολη λέξη η αγάπη, που λέει και η Lia.. Παρόλα αυτά, παίρνοντάς τη λίγο μεταφορικά και με τυχαία σειρά, θα πω πως, αγαπώ τη δυνατότητα που έχει η μουσική να συμπληρώνει τα συναισθήματα που δε φτάνουν τα λόγια και τα κείμενα να εκφράσουν από μόνα τους. Αγαπώ τη βόλτα μ' ένα φίλο μέχρι να πάμε να κάτσουμε κάπου για καφέ και φυσικά το μετά, αφού κάτσουμε.. :) Αλλά με ένα φίλο, όχι κάποιον συγκεκριμένο απαραίτητα, αλλά όχι δύο και πάνω, έναν. Αγαπώ τις συζητήσεις που κρατάνε ώρες (και πάντα κερδίζεις κάτι) ακόμη και αν δεν τελειώνουν ποτέ τελικά.. Συν τις συζητήσεις που αναπολούν το παρελθόν (και επιβεβαιώνουν την τελειότητά του). Τέλος, αγαπώ τα επιτραπέζια παιχνίδια (κυρίως όταν παίζονται με παρέα σε σπίτι).
6. Να μην εκτιμάται ο κόπος μου. Να αρρωσταίνω (κυρίως τις λάθος μέρες/περιόδους)... Να μην έχω 100% τον έλεγχο του εαυτού μου... Και τέλος όταν πρέπει εγώ να συμμαζέψω πράγματα για των οποίων την ακαταστασία και την αταξία δεν είμαι εγώ υπεύθυνος.
7. Το ένα εκ των δύο επίχρυσων δαχτυλιδιών που είχε φτιάξει ο πατέρας μου για αυτόν και τη μητέρα μου στους αρραβώνες τους. (Είχαν χαθεί και τα δύο, το άλλο απλώς δε βρέθηκε ποτέ).
8. Μάλλον είμαι ακόμη μικρός γιατί ακόμη έχω μια δυο αφίσες συγκροτημάτων (και θα έχω) στους τοίχους μου να χαζεύω και να θυμάμαι... Αλλά ναι, από πάντα με θυμάμαι ν' ασχολούμαι με αφίσες, κυρίως συγκροτημάτων, και να τις μαζεύω για να τις κολλήσω κάποτε σε κάποιον τοίχο, πράγμα το οποίο δε συνέβαινε συνήθως και τελικά οι περισσότερες έμειναν στο συρτάρι να περιμένουν ακόμα.

Αυτά! :)
Και τώρα λέει, πρέπει να δώσω το βραβείο αυτό σε μερικούς ακόμα που θέλω (και ας ξέρω ότι μερικοί δε θα παίξουν).. Χμμ.. Έχουμε και λέμε λοιπόν με τυχαία σειρά:

Γλύκα
Unidentified

Θα βράβευα και άλλους η αλήθεια είναι, αλλά πολλοί σταμάτησαν ανεπίσημα ν' ασχολούνται οπότε... :/  Σ' ευχαριστώ πολύ και πάλι Lia μου που με σκέφτηκες. :)
Καλό μήνα σε όλους!

20 Σεπτεμβρίου 2013

Gentle (Almost) Thoughts

Να, να ήσουν εδώ, να ερχόσουν τυχαία να καθόσουν δίπλα μου εκεί που τυχαία θα καθόμουν μόνος μου και θα κοίταζα το πιο υπέροχο τοπίο με τα πόδια μου να κρέμονται και σχεδόν ν' αγγίζουν το νερό. Έτσι λίγο, σχεδόν να τα λέγαμε, καθώς πλέον μαζί θα κοιτούσαμε το τέλειο τίποτα. Και συνάμα, τυχαία, θα φυσούσε όπως πρέπει. Όπως στις ταινίες που ο φωτισμός και ο αέρας έρχονται πάντα από τις τέλειες γωνίες. Να έτσι, να σ' ακούσω να με ρωτάς τ' αυτονόητα και μετά να πήγαινες πάλι στην τύχη απ' όπου ήρθες χωρίς να πούμε αντίο και γιατί..
Και σχεδόν ήρθες.
Μια φορά να σ' έπαιρνα, καταλάθος πάντα, τηλέφωνο και εκεί που (δε) θα το περίμενα να το σήκωνες και τυχαία να ήθελες και εσύ εκείνη την ώρα να με πάρεις. Και μετά ν' ανοίγαμε κουβέντα. Και στην τελική ας μη λέγαμε πολλά, ας κρατούσαμε απλά το ακουστικό κολλημένο στο αυτί με λαχτάρα, έτσι σαν να θα θέλαμε να λέγαμε πολλά. Και σχεδόν θα μιλούσαμε, όπως και να 'χει, και ας ερχόταν γρήγορα η ώρα για να κλείσεις. Γιατί δε μπορείς να κλείσεις ένα τέτοιο τηλεφώνημα επειδή απλά έκλεισες το τηλέφωνο.. Και σχεδόν θα είχες μάθει τα νέα μου ακόμη και αν δεν είχα προλάβει να στα πω. Και μετά από ώρα θα έκλεινε πια ουσιαστικά το τηλέφωνο. Θα είχαμε πολλά άλλα να κάνουμε ο καθένας μας οπότε δε θα ξανά μιλούσαμε για κάμποσο, για όσο, δεν πειράζει, έτσι θα έπρεπε.
Και σε σχεδόν σου τηλεφώνησα.
Και άμα πάλι είχες κι άλλο κουράγιο πέρα απ' αυτό που σου εξάντλησα, ας ανέβαινες στην ταράτσα και ας φώναζες με όλη σου τη δύναμη πόσο πολύ θα ήθελες να γυρίσω και ας με ρωτούσες αν ήθελα και εγώ. Η μάλλον ας φώναζες πιο δυνατά ακόμα, με τη ψυχή σου την ίδια. Και τότε να 'σαι σίγουρη, θα σ' άκουγαν οι γείτονες όλοι και θα το λέγαν στους γείτονές τους. Θα σ' άκουγαν οι διπλανές πολυκατοικίες και θα το 'λεγαν στις διπλανές τους. Θα σ' άκουγε η γειτονιά ολόκληρη και θα το μάθαιναν και οι γειτονιές της. Και από τουρίστα σε τουρίστα, από πλανόδιο σε ταξιδιώτη, θα το μάθαινε η πόλη ολόκληρη και οι γειτονικές της. Μα θα 'πρεπε να συνεχίζεις να φωνάζεις εσύ, για να ταξιδεύει η φωνή ακούραστη, για ν' αντέξει η θέληση στο χρόνο.. Και από πόλη σε πόλη, από τούνελ σε λίμνες και ποτάμια, να 'σαι σίγουρη, θα 'φτανε τελικά η φωνή σου ως τ' αυτιά μου. Θα 'φτανε καθώς και εγώ, τελείως πάντα τυχαία, θα φώναζα όλο αυτό το διάστημα το ίδιο. Απ' τη δική μου ταράτσα. Και είμαι σίγουρος, θα 'φτανε η φωνή μου ως εκεί.
Και σχεδόν σε άκουσα να θες..


Όχι ότι δε μ' αρέσει ο καλός καιρός, αλλά να, άμα είναι να βρέχει ας βρέχει σωστά και όχι μια σχεδόν βροχή που σταματάει πριν καλά καλά ξεκινήσει! Όχι πότε πότε βροχή και πότε πότε ήλιο, όχι βροχή μέσ' στη λιακάδα και ήλιο εκεί που βρέχει.. Το ημερολόγιο ξεφυλλίζει το Σεπτέμβρη μέρες τώρα, αλλά το καλοκαίρι ακόμη σχεδόν για να τελειώσει.. (Το ίδιο και οι καλοκαιρινές μου αλλεργίες, το ίδιο και εσύ.)..

7 Σεπτεμβρίου 2013

Inspired by a great life I met...

Η αλήθεια του συναισθήματος κρύβεται στην ανάμνηση του γεγονότος...
Πολλοί νομίζουν ότι πολλά συμβαίνουν στην πραγματικότητα και για πολλά πράγματα θα έβαζαν και το χέρι τους στη φωτιά πως είναι αλήθεια.. Αλλά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που κανείς δε μπορεί να υπολογίσει για τον εαυτό του. Και αυτό γιατί απέναντι του έχει τον μεγαλύτερο εχθρό, το υποσυνείδητο. Και εκεί είναι που η λογική χάνει τη μάχη και παραμυθιασμένη πλέον πορεύεται με λάθος δεδομένα.. Ο μόνος τρόπος για να δεις τι ήταν αληθινό είναι να κοιτάξεις πίσω. Πίσω στο χρόνο αφού έχουν όλα τελειώσει και μαλακώσει.. Τότε μόνο τα μάτια είναι ελεύθερα να δουν πέρα από κάθε εμπόδιο όπως η ζήλια, τα νεύρα, το μίσος, η πίεση... Κοιτάς λοιπόν και κρίνεις. Τι ένιωθες
? Η μάλλον, τι έλεγες πως νιώθεις? Πόσο πολύ σ' ένοιαζε?.. Αν στην ανάμνηση των γεγονότων νιώσεις ένα κενό μέσα σου, κάτι να σου λείπει, τότε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.. Η τουλάχιστον ξέρεις ποια είναι η αλήθεια ακόμη κι αν δεν κάνεις τίποτα.. Γιατί αν μετά απ' όλα αυτά δε νιώσεις τίποτα παρά μια γενικότερη λύπη, τότε μπορείς να ηρεμήσεις και ν' αφήσεις το χρόνο να σε βοηθήσει χωρίς να φοβάσαι μήπως έχασες κάτι σημαντικό.. Και μην ξεχάσεις να κάνεις πέρα τον εγωισμό σου για λίγο και να πεις και ένα ευχαριστώ για τις καλές στιγμές για όποιον ή για ό,τι σου χάρισε αυτές τις αναμνήσεις που τώρα αναπολείς, όσο κι αν έτυχε να πληγωθείς ή να θυμώσεις στο τέλος, γιατί όλα στη ζωή είναι δανεικά, κανείς δε μας χρωστάει τα όμορφα πράγματα ακόμη κι αν τ' αξίζουμε..
Βέβαια, ίσως μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες άλλες λεπτομέρειες που βοηθούν στο να ξεχωρίσεις την αλήθεια και αλλάζουν κάποια δεδομένα, αλλά αυτές είναι για τον καθένα ξεχωριστές οπότε είναι καθαρά θέμα αντίληψης και του πόσο μπορείς να ξεχωρίσεις κάποια πράγματα ανάλογα με τη ζωή γύρω σου... Σόρρυ, αλλά περί αυτού δεν έχω
tips! Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις όπως σε κάθε θέμα άλλωστε, αλλά είναι σπάνιες και δύσκολο να τις ξεχωρίσεις και ακόμη πιο δύσκολο να τις πιστέψεις σ' αυτόν που έχεις απέναντι σου. Με λίγα λόγια, άδικος κόπος να ελπίζεις σ' αυτές.. Γιατί μη ξεχνάς, το υποσυνείδητο παραμυθιάζει... Και μερικές φορές σε κάνει να νιώθεις τόσο σίγουρος για τα συναισθήματά σου που αν σε ρωτούσαν θα 'λεγες πως θ' αυτοκτωνούσες κιόλας για το κάτι που αγαπάς.. Αλλά αγαπάς?... Όχι, μην κάνεις το λάθος να το ρωτήσεις αυτό στους άλλους, κανείς δε θα σου πει όχι εκείνη τη στιγμή. Και μην κατηγορήσεις κανέναν, όλοι αλήθεια θα σου λένε γιατί όλοι θα νομίζουν πως είναι αλήθεια. Κανείς δε μπορεί να σου πει αυτό που ούτε ο ίδιος ξέρει για τον εαυτό του.. Οπότε στην ουσία κανείς δε φταίει. Ίσως λίγο εσύ που το 'χαψες... Απλά βρες τη δύναμη να το δεις λίγο αντικειμενικά αφού τελειώσουν όλα. Γιατί με το πέρασμα του χρόνου όλα θα ξεκαθαρίσουν στην εικόνα της ανάμνησης που θα δημιουργηθεί...
Η αλήθεια των συναισθημάτων κρύβεται στην ανάμνηση των γεγονότων...



January 2011

26 Αυγούστου 2013

Αυτό το καλοκαίρι ήταν πολύ σχεδόν.

Αυτό το καλοκαίρι ήταν πολύ μικρό. Φεύγει έτσι απλά και δυστυχώς δε μπορώ να κάνω κάτι.. Μικρό και περίεργο.. Ούτε καν αυτό πρόλαβα να χορτάσω, τι ειρωνεία...

''Almost Circle''
Κομμάτι για 4 όργανα (βιολί, τσέλο, πιάνο, τύμπανα). Το πρώτο που έγραψα στο είδος του.. Ελπίζω να σας αρέσει.. :)

9 Αυγούστου 2013

Do we... or not?

Ακούω συνεχώς να λένε πως οι άνθρωποι αλλάζουν. Μέρα με τη μέρα, κάθε μέρα, λίγο ή πολύ. Αλλάζουν.

Αντίληψη, διαδικασία κρίσης πληροφοριών.
Δημιουργείς έναν άνθρωπο, απ' τα πολύ μικρά χρόνια. Δημιουργείς πρότυπα, αξίες, τρόπο κρίσης, ανάλυσης πραγμάτων και καταστάσεων. Και πορεύεσαι μ' αυτά. Μπορεί σε κάποια φάση ν' αλλάξεις κάποιο "πιστεύω" σου. Ναι, αυτό ναι. Αλλά ακόμη και τότε θα δεις πως, ο τρόπος με τον οποίο έκρινες αυτό που σ' έκανε τελικά ν' αλλάξεις, ο τρόπος με τον οποίο ανέλυσες, αξιολόγησες και έκρινες την κατάσταση/το θέμα παρέμεινε ίδιος, όπως πάντα. Όπως κρίνεις το κάθε θέμα-πρόβλημα που σου εμφανίζεται. Όχι?.. Και είναι λογικό. Γιατί η αντίληψή σου είναι αυτή που είναι. Έτσι έχεις μάθει να αντιλαμβάνεσαι τις πληροφορίες και ανάλογα δρας λοιπόν. Δεν αλλάζει αυτό.

Τα πρότυπα είναι εκεί, προϋπάρχουν.
Κανείς δεν αλλάζει, είναι η ψευδαίσθηση του χρόνου και του ότι ωριμάζουμε που μας κάνει να το πιστεύουμε.. Αυτό που στο τέλος νομίζουμε ότι γινόμαστε είναι αυτό που τελικά ήμασταν απ' την αρχή απλά αργήσαμε να ανακαλύψουμε. Ο καιρός περνάει και καθώς μεγαλώνουμε δε μας δημιουργούμε, μας ανακαλύπτουμε.. Μου αρέσει η μουσική. Γιατί μου αρέσει η μουσική? Ανακάλυψα ότι μου αρέσει, η διάθεση για μουσική προϋπήρχε. Σκέφτηκες ποτέ τις ομοιότητες μεταξύ πραγμάτων που σ' αρέσουν? Διαλέγεις 1 όμορφο πρόσωπο ανάμεσα σε 10. Γιατί διάλεξες αυτό? Θα μου πεις, έχει ωραία μάτια, η έχει ωραία χείλη. Σκέφτηκες όμως ποτέ γιατί σ' αρέσει αυτός ο τύπος ματιών/χειλιών? Μετά από 100 γυναικεία πρόσωπα θα έχεις διαλέξει 10 διαφορετικά, όμορφα για σένα πρόσωπα. Τώρα βαλ' τα δίπλα δίπλα. Ίσως αν τα συγκρίνεις μεταξύ τους να βρεις κάποιες ομοιότητες. Ίσως να μην είναι όσο διαφορετικά όσο μοιάζουν τελικά.. Οι ομοιότητες που ίσως βρεις είναι αυτό που τελικά σ' αρέσει περισσότερο, είναι αυτό που ψάχνεις για να πεις ένα πρόσωπο πανέμορφο. Τα πρότυπα σε κάθε θέμα και επιλογή είναι εκεί, μέσα μας, χωρίς να ξέρουμε γιατί, και εμείς απλά τα βρίσκουμε και τα βάζουμε στη θέση τους. Χωρίς ν' αναρωτιόμαστε γιατί. Γιατί μας αρέσει αυτό? Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που πιστεύουμε εκείνο? Γιατί κάνουμε το άλλο?... Αν ψάξεις μέσα σου και σε άλλα παραδείγματα της ζωής θα δεις πως, λίγο ή πολύ, έτσι είναι...

Όλα αναλύονται στο υποσυνείδητο.
...